Τι σημαίνει το comparison στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης comparison στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του comparison στο Αγγλικά.

Η λέξη comparison στο Αγγλικά σημαίνει σύγκριση, αντιπαραβολή, αντιπαράθεση, ασύγκριτος, απαράμιλλος, συγκριτικά, εν συγκρίσει, συγκριτικά, εν συγκρίσει, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, συνειδητοποιημένος/ψαγμένος αγοραστής, αγορά κατόπιν έρευνας, σε σύγκριση με κπ/κτ, σε σύγκριση με κπ/κτ, σε σχέση με κπ/κτ, κάνω μια σύγκριση, ωχριώ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης comparison

σύγκριση, αντιπαραβολή, αντιπαράθεση

noun (evaluation of differences) (αξιολόγηση των διαφορών)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Comparison of the dogs shows that this one is bigger.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ήταν εύστοχη η παρομοίωση.

ασύγκριτος, απαράμιλλος

adjective (outstanding, without equal)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The beautiful scenery is beyond comparison.

συγκριτικά, εν συγκρίσει

adverb (when compared)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

συγκριτικά, εν συγκρίσει

expression (compared with, relative to)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

plural noun (items researched before buying)

συνειδητοποιημένος/ψαγμένος αγοραστής

noun (compares prices)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Grocery stores which post the price per ounce make life easier for comparison shoppers.

αγορά κατόπιν έρευνας

noun (comparing prices)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
A little comparison shopping can save you thousands on the price of a new car.

σε σύγκριση με κπ/κτ

adverb (when compared: to [sth] else)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Yes, John's quite tall - but Ollie's a giant in comparison.
Ναι ο Τζον είναι πολύ ψηλός. Ο Όλι όμως είναι γίγαντας σε σύγκριση με τον Τζον.

σε σύγκριση με κπ/κτ, σε σχέση με κπ/κτ

preposition (when compared to)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
In comparison with John, Ollie's a giant. In comparison to you, she's just an amateur.
Σε σύγκριση με τον Τζον ο Όλι είναι γίγαντας. Σε σύγκριση με σένα εκείνη είναι απλά ερασιτέχνης.

κάνω μια σύγκριση

verbal expression (compare and contrast)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
People always make a comparison between me and Julia Roberts.

ωχριώ

verbal expression (figurative (seem inferior to [sth])

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Anna's husband is out of work and two of her sons are in jail; when I think about her life, my problems pale in comparison.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του comparison στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του comparison

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.