Τι σημαίνει το cousin στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης cousin στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του cousin στο Αγγλικά.

Η λέξη cousin στο Αγγλικά σημαίνει ξάδερφος, ξάδελφος, εξάδερφος, εξάδελφος, ξάδερφος, ξάδελφος, εξάδερφος, εξάδελφος, ξαδέρφια, αδερφός, ξαδερφάκι, πρώτος ξάδελφος/ξάδερφος, πρώτος ξάδελφος/ξάδερφος, ανεψιός από τον πρώτο ξάδερφο, ξάδερφος εξ αγχιστείας, ξαδέρφη εξ αγχιστείας, μακρινός ξάδερφος, δεύτερος ξάδερφος, δεύτερη ξαδερφή, ανιψιός, ανιψιά, θείος, θεία. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης cousin

ξάδερφος, ξάδελφος, εξάδερφος, εξάδελφος

noun (child of an aunt or uncle)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Uncle Mike's daughter Maria is my favourite cousin.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είμαστε τρίτα ξαδέρφια.

ξάδερφος, ξάδελφος, εξάδερφος, εξάδελφος

noun (US (relative)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I am going to visit my country cousins, who live on a farm.
Θα επισκεφτώ τα ξαδέρφια μου στο χωριό, τα οποία ζουν σε μια φάρμα.

ξαδέρφια

noun (close species) (μεταφορικά: κοινός πρόγονος)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Bonobos and chimpanzees are cousins.
Οι μπονόμπο και οι χιπατζήδες είναι ξαδέρφια.

αδερφός

noun (similar group) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Our cousins in the Spanish labour movement have fought similar battles for their rights.

ξαδερφάκι

noun (similar thing) (καθομ, μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The piano was the harpsichord's later cousin.

πρώτος ξάδελφος/ξάδερφος

noun (child of an aunt or uncle)

πρώτος ξάδελφος/ξάδερφος

noun (figurative ([sth] or [sb] closely resembling another)

ανεψιός από τον πρώτο ξάδερφο

noun (child of your first cousin) (παιδί πρώτου ξαδέρφου)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ξάδερφος εξ αγχιστείας, ξαδέρφη εξ αγχιστείας

noun (cousin's spouse)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I'd like you to meet my new cousin-in law, Estelle.

μακρινός ξάδερφος

noun ([sb] related but not closely)

My sister and her husband are distant cousins.
Η αδερφή μου και ο άντρας της είναι μακρινά ξαδέρφια.

δεύτερος ξάδερφος, δεύτερη ξαδερφή

noun (child of your parent's cousin)

My second cousin is very dear to me.

ανιψιός, ανιψιά

noun (common but incorrect (child of your cousin) (το παιδί του ξάδερφού μου)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
My mother's second cousin has moved out of state.

θείος, θεία

noun (common but incorrect (your parent's cousin) (τα ξαδέρφια των γονιών μου)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του cousin στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του cousin

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.