Τι σημαίνει το country στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης country στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του country στο Αγγλικά.

Η λέξη country στο Αγγλικά σημαίνει χώρα, ύπαιθρος, πατρίδα, τοποθεσία, περιοχή, χώρα, της υπαίθρου, της εξοχής, του χωριού, απομακρυσμένος, απομονωμένος, Χώρα των Βάσκων, Χώρα των Βάσκων, χωριάτης, βλάχος, λέσχη, υπαίθρια γιορτή, έπαυλη, ζωή της υπαίθρου, <div>μουσική κάντρι, κάντρι μουσική</div><div>(<i>φράση ως ουσιαστικό θηλυκό</i>: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ.<i> καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου </i>κλπ.)</div>, χώρα καταγωγής, χώρα προέλευσης, εξοχική κατοικία, τραγουδιστής κάντρυ, πόλη της υπαίθρου, της κάντρυ, γεννημένος στην επαρχία, μεγαλωμένος στην επαρχία, κάτοικος επαρχίας, επαρχιώτης, χωρικός, επαρχιώτισσα, ανώμαλος δρόμος, ανώμαλος, αντοχής, από το ένα άκρο της χώρας ως το άλλο, στην εξοχή, αγώνας ανώμαλου δρόμου, σκι αντοχής, αναπτυσσόμενη χώρα, πεθαίνω για την πατρίδα, πολεμώ για τη χώρα μου, πολεμώ για την πατρίδα μου, ορεινή περιοχή, διοργανώτρια χώρα, χώρα έκδοσης, δημοκρατία δεν έχουμε;, φεύγω από τη χώρα/στο εξωτερικό, γενέτειρα,πατρίδα, αναπτυσσόμενη χώρα, χώρα που έχει πληγεί από τον πόλεμο, οινοπαραγωγός περιοχή. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης country

χώρα

noun (political geographic area) (γεωγραφική περιοχή)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The leaders of this country work very hard.
Οι ηγέτες αυτής της χώρας εργάζονται πολύ σκληρά.

ύπαιθρος

noun (rural area)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Our family moved from the country to the city.
Η οικογένεια μου μετακόμισε από την εξοχή στην πόλη.

πατρίδα

noun (homeland)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I am proud of my country.
Είμαι περήφανη για την πατρίδα μου.

τοποθεσία, περιοχή

noun (distinctive land)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This is beautiful country.
Είναι όμορφη τοποθεσία (or: περιοχή).

χώρα

noun (people of a state) (σύνολο πολιτών)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Half of the country supports the party.
Η μισή χώρα υποστηρίζει το κόμμα.

της υπαίθρου, της εξοχής, του χωριού

noun as adjective (rural)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We're getting used to country life after moving to the village.

απομακρυσμένος, απομονωμένος

noun as adjective (relating to a remote area) (για μέρος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

Χώρα των Βάσκων

noun (autonomous region) (αυτόνομη κοινότητα)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Χώρα των Βάσκων

noun (region between France and Spain) (περιοχή μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

χωριάτης, βλάχος

noun (informal, pejorative (person: rustic) (αργκό, υποτιμητικό)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
She's a real country bumpkin: she's never even lived in a small town.

λέσχη

noun (suburban social club) (λέσχη της υψηλής κοινωνίας)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Colin applied to become a member of the country club.

υπαίθρια γιορτή

noun (outdoor event, festival)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Every year the village holds a country fair with market stalls and games.
Κάθε χρόνο το χωριό οργανώνει μια υπαίθρια γιορτή με εμπορικούς πάγκους και παιχνίδια.

έπαυλη

noun (mansion)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ζωή της υπαίθρου

noun (rural lifestyle)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

<div>μουσική κάντρι, κάντρι μουσική</div><div>(<i>φράση ως ουσιαστικό θηλυκό</i>: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ.<i> καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου </i>κλπ.)</div>

noun (pop music style of western US)

Garth Brooks dominated country music in the 1990's.
Ο Γκαρθ Μπρουκς κυριάρχησε στη μουσική κάντρι τη δεκαετία του 1990.

χώρα καταγωγής

noun (nation of one's birth) (άνθρωποι)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The form had a space labelled "Country of origin".

χώρα προέλευσης

noun (goods: nation that produced [sth]) (προϊόντα)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Fresh fruit usually has a label showing its country of origin.

εξοχική κατοικία

noun (large property in countryside)

τραγουδιστής κάντρυ

noun (sings country music)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She moved to Nashville to fulfill her dreams of becoming a country singer.

πόλη της υπαίθρου

noun (small town surrounded by rural areas)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

της κάντρυ

adjective (of country music style)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Dolly Parton is a famous country-and-western singer.

γεννημένος στην επαρχία

adjective (born in countryside)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μεγαλωμένος στην επαρχία

adjective (born and raised in rural area)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κάτοικος επαρχίας

noun ([sb] who lives in a non-urban area)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
For country-dwellers, a car is a necessity since public transport is infrequent and often unreliable.

επαρχιώτης, χωρικός

noun (male who lives in countryside)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Charles is a countryman who doesn't understand the ways of the big city.

επαρχιώτισσα

noun (female who lives in countryside)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ανώμαλος δρόμος

noun (foot race: across fields) (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I'm good at athletics but don't have the stamina for cross country.
Είμαι καλός στον στίβο, αλλά δεν έχω την αντοχή που απαιτείται για τον ανώμαλο δρόμο.

ανώμαλος

adjective (race: across countryside) (μεταφορικά: δρόμος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Cross-country races were dropped from the Olympics in 1924.

αντοχής

adjective (skiing: across fields) (σε γενική)

(ουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.)
The snow-covered fields were perfect for cross-country skiing.

από το ένα άκρο της χώρας ως το άλλο

adjective (journey: across a country)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He set off on his cross-country adventure from Washington to Los Angeles.

στην εξοχή

adverb (across countryside)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We skied cross-country, following the river.

αγώνας ανώμαλου δρόμου

noun (foot race: across fields)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

σκι αντοχής

noun (skiing across snowy fields)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Cross-country skiing is very different from downhill skiing.

αναπτυσσόμενη χώρα

noun (often plural (poor nation)

πεθαίνω για την πατρίδα

verbal expression (soldier: be killed)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My great-grandfather died for his country in 1915.
Ο προπάππους μου πέθανε για την πατρίδα του το 1915.

πολεμώ για τη χώρα μου, πολεμώ για την πατρίδα μου

verbal expression (soldier: go to war)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ορεινή περιοχή

noun (hilly area)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We kept sheep in the hill country, and dairy cows on the land beside the river.

διοργανώτρια χώρα

noun (nation staging an international event)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
South Africa is the host country to the World Cup this year.

χώρα έκδοσης

noun (nation granting a passport or visa)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

δημοκρατία δεν έχουμε;

expression (informal (can do what we want) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I can eat with my fingers if I want to; it's a free country!

φεύγω από τη χώρα/στο εξωτερικό

verbal expression (go abroad, go overseas)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I left the country five years ago when I moved to Spain.

γενέτειρα,πατρίδα

noun (country of birth, native land)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A patriot is willing to sacrifice for the mother country.

αναπτυσσόμενη χώρα

noun (nation: poor, developing)

χώρα που έχει πληγεί από τον πόλεμο

noun (nation marked by conflict)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

οινοπαραγωγός περιοχή

noun (region where wine is produced)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του country στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του country

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.