Τι σημαίνει το court στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης court στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του court στο Αγγλικά.

Η λέξη court στο Αγγλικά σημαίνει δικαστήριο, δικαστήριο, γήπεδο, αυλή, αυλή, έχω δεσμό, έχω σχέση, φλερτάρω, φλερτάρω με κτ, επιζητώ, αυλή, φλερτ, καλοπιάνω, εφετείο, γήπεδο μπάντμιντον, γήπεδο καλαθοσφαίρισης, γήπεδο μπάσκετ, παραπέμπομαι σε δίκη, στο δικαστήριο, δικαστήριο εθιμικού δικαίου, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, πολιτικό δικαστήριο, πολιτικό δικαστήριο, χωμάτινο γήπεδο τένις, χωμάτινο γήπεδο τένις, καταφρόνηση δικαστικής αρχής, καταφρόνηση δικαστηρίου, περιφερειακό δικαστήριο, τοπικό δικαστήριο, περιφερειακό δικαστήριο, τοπικό δικαστήριο, δίκη, γραμματέας έδρας, δικαστικά έξοδα, εφετείο, δικαστήριο, δίκη, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, δικαστική εντολή, δικαστική απόφαση, στενογράφος, γόβα, κλητήρας συνεδριάσεως, δικηγόρος υπεράσπισης, στρατοδικείο, δικάζω σε στρατοδικείο, ποινικό δικστήριο, επαρχιακό δικαστήριο, φιγούρα, οικογενειακό δικαστήριο, χώρος φαγητού, γήπεδο με χόρτο, Πρωτοδικείο, Ανώτατο Δικαστήριο, Ανώτατο Δικαστήριο, Πλημμελειοδικείο, Άρειος Πάγος, είμαι στο επίκεντρο της προσοχής, κατηγορώ κπ για ασέβεια προς το δικαστήριο, Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στο δικαστήριο, σε δημόσια συνεδρίαση δικαστηρίου, δικαστήριο ανηλίκων, παρωδία δίκης, είδος ιστορικού δικαστηρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο, δικαστήριο που συνεδριάζει τη νύχτα, δικαστήριο για θέματα που αφορούν σε διαθήκες, εξωδικαστικά, εξωδικαστικός, Ειρηνοδικείο, γήπεδο σκουός, Άρειος Πάγος, Ανώτατο Δικαστήριο, Ανώτατο Δικαστήριο, γήπεδο του τένις, δικαστήριο τροχαίων παραβάσεων, πρωτοδικείο, που βρίσκεται υπό δικαστική συμπαράσταση. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης court

δικαστήριο

noun (place where legal decisions are made) (νομικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το δικαστήριο καταδίκασε τον κλέφτη σε φυλάκιση δύο ετών.

δικαστήριο

noun (people in a court of law)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The court sentenced the thief to two years in prison.
Το δικαστήριο καταδίκασε τον κλέφτη σε δύο χρόνια φυλάκιση.

γήπεδο

noun (sport: area marked out for play) (αθλητικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He is usually on the basketball court at this time of day.
Συνήθως τέτοια ώρα είναι στο γήπεδο του μπάσκετ.

αυλή

noun (historical (royal residence) (παλαιό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Queen Esther lived in the court of King Ahasuerus.
Η Βασίλισσα Εσθέρ ζούσε στο παλάτι του Βασιλιά Ασουήρου.

αυλή

noun (historical (advisers of king, queen) (μτφ: σύνολο αυλικών)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The King consulted with his court, which included his most trusted advisors.
Ο Βασιλιάς έκανε συμβούλιο με την αυλή του, η οποία περιελάμβανε τους πιο έμπιστους συμβούλους του.

έχω δεσμό, έχω σχέση

intransitive verb (dated (lovers: date)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
The couple courted for two years before marrying.
Το ζευγάρι είχε δεσμό (or: έβγαινε) για δύο χρόνια πριν παντρευτεί.

φλερτάρω

transitive verb (dated (pursue [sb] romantically)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He courted her in the most gentlemanly manner.
Την πολιορκούσε (or: φλέρταρε) σαν τζέντλεμαν.

φλερτάρω με κτ

transitive verb (risk: danger, disaster) (μεταφορικά: ρισκάρω)

The government courted disaster by not preparing for hurricanes.
Η κυβέρνηση φλέρταρε με την καταστροφή, καθώς δεν είχε λάβει μέτρα προστασίας ενάντια στους τυφώνες.

επιζητώ

transitive verb (try to achieve [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She courted fame by trying to act.
Επεδίωκε να γίνει διάσημη προσπαθώντας να γίνει ηθοποιός.

αυλή

noun (courtyard)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The hotel has an impressive front court.

φλερτ

noun (archaic (amorous advances)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
She appreciated his gentlemanly court, but still did not love him.

καλοπιάνω

transitive verb (seek: favour)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The government courted the favour of religious groups.

εφετείο

noun (law: court of appeal)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The appellate court refused to overturn Marion's murder conviction.

γήπεδο μπάντμιντον

noun (sports)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

γήπεδο καλαθοσφαίρισης, γήπεδο μπάσκετ

noun (area marked for basketball)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Some of the players were warming up on the basketball court.

παραπέμπομαι σε δίκη

verbal expression (be prosecuted)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'm being taken to court by my next-door neighbor.
Ο γείτονάς μου με πάει στα δικαστήρια.

στο δικαστήριο

adverb (in front of a tribunal)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I'm going to testify before the court on Wednesday.

δικαστήριο εθιμικού δικαίου

noun (US (court of equity)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (US (court: several locations)

πολιτικό δικαστήριο

noun (US (civil court, local court)

πολιτικό δικαστήριο

noun (UK (city court, non-criminal court)

A civil court deals with non-criminal matters, such as eviction proceedings, anti-social behaviour orders (ASBOs), debt hearings and family proceedings.

χωμάτινο γήπεδο τένις

noun (tennis: red-clay surface)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He never plays as well on a clay court as on grass.

χωμάτινο γήπεδο τένις

noun (US (tennis: green-clay surface)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

καταφρόνηση δικαστικής αρχής, καταφρόνηση δικαστηρίου

noun (disruption of legal proceedings)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The judge threatened them with contempt of court charges unless they behaved themselves.

περιφερειακό δικαστήριο, τοπικό δικαστήριο

noun (US (law: low court in some states)

περιφερειακό δικαστήριο, τοπικό δικαστήριο

noun (UK (law: civil court)

δίκη

noun (trial, legal proceeding)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
In the US court cases are heard either by a judge or a jury.

γραμματέας έδρας

noun (record-keeper of a law court) (νομική: σε δικαστήριο)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.)
When you file a petition with the court, the court clerk stamps it.

δικαστικά έξοδα

plural noun (expenses incurred by a court case)

We didn't sue him because we didn't have enough money for the court costs.

εφετείο

noun (reviews decisions of an inferior court)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Mrs. Drummond took the case to the Court of Appeal.

δικαστήριο

noun (place: tribunal)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
That argument would not be acceptable in a court of law.

δίκη

noun (proceedings: trial)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (law: type of tribunal)

The Circuit Court serves as the court of record for the county.

δικαστική εντολή, δικαστική απόφαση

noun (legal instruction or ruling)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He has to pay child support by court order.

στενογράφος

noun (stenographer in a lawcourt)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The court reporter prepared the transcript of the hearing.

γόβα

noun (women's footwear)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κλητήρας συνεδριάσεως

noun (shows people into courtroom) (σε δικαστήριο, υπάλληλος)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.)

δικηγόρος υπεράσπισης

noun (lawyer assigned to a defendant)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
She fired her court-appointed lawyer and hired a private firm.

στρατοδικείο

noun (US (military trial)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Following his court-martial, the major was given a dishonourable discharge.
Μετά το στρατοδικείο από το οποίο πέρασε, ο ταγματάρχης πήρε επαίσχυντη απαλλαγή.

δικάζω σε στρατοδικείο

transitive verb (try in a military court)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The sergeant-major was court-martialled following the incident.

ποινικό δικστήριο

noun (court for criminal cases)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The alleged murderer will be held without bail until he is tried in criminal court.

επαρχιακό δικαστήριο

noun (US (intermediate, state court)

The district court deals with the most common violations of law.

φιγούρα

noun (playing cards: king, queen or jack)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The king, queen and jack are called face cards.

οικογενειακό δικαστήριο

noun (law)

χώρος φαγητού

noun (US (dining area)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

γήπεδο με χόρτο

noun (tennis: grass-covered playing surface) (για τένις)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
In contrast to the other Grand Slam tournaments, Wimbledon is played on grass courts.

Πρωτοδικείο

noun (UK (law: High Court of Justice) (στην Αγγλία, Ουαλία)

(κύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.)

Ανώτατο Δικαστήριο

noun (Aus (law: highest court of appeal) (στην Αυστραλία)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

Ανώτατο Δικαστήριο

noun (NZ (law: lower than Court of Appeal) (στη Νέα Ζηλανδία)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

Πλημμελειοδικείο

noun (Scotland (law: High Court of Justiciary) (στη Σκωτία)

(κύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.)

Άρειος Πάγος

noun (often capitalized (law: country's highest court)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We disagree with the judge's verdict and will appeal to the High Court.

είμαι στο επίκεντρο της προσοχής

verbal expression (figurative (receive much attention)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κατηγορώ κπ για ασέβεια προς το δικαστήριο

verbal expression (legal accusation)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης

noun (initialism (International Court of Justice)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

στο δικαστήριο

expression (in a court of law)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The defendant will appear in court tomorrow.

σε δημόσια συνεδρίαση δικαστηρίου

expression (in a courtroom open to the public)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

δικαστήριο ανηλίκων

noun (law: for minors)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

παρωδία δίκης

noun (unfair or improperly-conducted trial)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
They set up a kangaroo court to try the dissident; everyone knew what the outcome would be.

είδος ιστορικού δικαστηρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο

noun (historical (manorial court)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

δικαστήριο που συνεδριάζει τη νύχτα

noun (law court that holds sessions at night)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

δικαστήριο για θέματα που αφορούν σε διαθήκες

noun (law court dealing with wills)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εξωδικαστικά

adverb (without legal ruling)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

εξωδικαστικός

adjective (without legal ruling)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

Ειρηνοδικείο

noun (hears claims for small sums)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

γήπεδο σκουός

noun (place for playing ball game)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Tony booked a squash court for 4 o'clock.

Άρειος Πάγος

noun (US (law: high court)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

Ανώτατο Δικαστήριο

noun (US (law: highest federal court)

Has the Supreme Court ruled on that issue?

Ανώτατο Δικαστήριο

noun (UK (law: highest state court)

γήπεδο του τένις

noun (sports: ground marked out for tennis)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The tennis courts at Wimbledon are grass, unlike most others.
Τα γήπεδα του τένις στο Γουίμπλεντον έχουν γρασίδι σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα.

δικαστήριο τροχαίων παραβάσεων

noun (US (court that handles traffic violations)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
When she hit a street sign with her car, she had to go to traffic court.

πρωτοδικείο

(law)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

που βρίσκεται υπό δικαστική συμπαράσταση

noun (person in care of a guardian)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του court στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του court

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.