Τι σημαίνει το tea στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης tea στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του tea στο Αγγλικά.

Η λέξη tea στο Αγγλικά σημαίνει τσάι, τσάι, τσάι, τσάι, απογευματινό τσάϊ, ζωμός από μοσχαράκι, μαύρο τσάι, bubble tea, χαμομήλι, <div>ελαφρύ απογευματινό γεύμα που περιλαμβάνει τσάι και κεκάκια με κρέμα και μαρμελάδα</div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, είναι του γούστου μου, είναι του στιλ μου, πετσέτα κουζίνας, πετσέτα, τσάι Earl Grey, τσάι με γεύση τζίντζερ, πράσινο τσάϊ, τσάι από βότανα, κολατσιό, παγωμένο τσάι, κρύο τσάι, παγωμένο τσάι, κρύο τσάι, χύμα φύλλα τσαγιού, μανούκα, τσάι μέντας, λέω τα φύλλα του τσαγιού, πολύ κακό για το τίποτε, πολύ κακό για το τίποτα, φακελάκι τσαγιού, διάλειμμα για καφέ, κουτί τσαγιού, θήκη μεταφοράς τσαγιού, υπαίθριος χώρος σερβιρίσματος τσαγιού, σουρωτήρι τσαγιού, φύλλο τσαγιού, κλέφτης, τσάι, είδος τριανταφυλλιάς, σερβίτσιο τσαγιού, σερβίτσιο τσαγιού, σουρωτήρι τσαγιού, τραπεζάκι, πετσέτα κουζίνας, δίσκος σερβιρίσματος, τεϊόδεντρο, φακελάκι τσαγιού, σακουλάκι τσαγιού, κέικ, μπισκότο, κατάστημα που πουλά τσάι, τεϊοποτείο, τεϊοπωλείο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης tea

τσάι

noun (brewed beverage)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She drinks tea daily.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Να σου φτιάξω ένα ζεστό;

τσάι

noun (UK, regional (early-evening meal) (ως γεύμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
What did you eat for tea?
Τι έφαγες με το απογευματινό σου τσάι;

τσάι

noun (UK (get-together to drink tea)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Let's have tea together this afternoon.
Ας βρεθούμε για τσάι σήμερα το απόγευμα.

τσάι

noun (shrub)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
They grow tea in Sri Lanka.

απογευματινό τσάϊ

noun (light mid-afternoon meal)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Karen and Lisa arranged to have afternoon tea together.

ζωμός από μοσχαράκι

noun (thin soup made by boiling beef)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Beef bouillon is the base for lots of soup recipes.

μαύρο τσάι

(tea)

bubble tea

noun (drink containing tapioca) (είδος ροφήματος)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

χαμομήλι

noun (herbal tea, infusion) (ρόφημα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

<div>ελαφρύ απογευματινό γεύμα που περιλαμβάνει τσάι και κεκάκια με κρέμα και μαρμελάδα</div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (tea served with scones, etc.)

είναι του γούστου μου, είναι του στιλ μου

verbal expression (figurative, informal (area of interest or liking)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
This is the sort of book that is exactly my cup of tea. Particle physics is not my cup of tea.

πετσέτα κουζίνας

noun (cloth for drying dishes)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Put the dish towel on the radiator to dry after you finish. Maxine embroidered dishtowels for her mother for Christmas.

πετσέτα

noun (US (towel for drying dishes)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Maxine embroidered dishtowels for her mother for Christmas.

τσάι Earl Grey

noun (tea: containing bergamot)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Edward was drinking a cup of Earl Grey tea.

τσάι με γεύση τζίντζερ

noun (hot drink made with ginger)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Ginger tea is good for the digestion.

πράσινο τσάϊ

noun (Oriental herbal tea)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My sister loves green tea with a slice of lemon.

τσάι από βότανα

noun (drink: plant infusion)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I've reduced my coffee intake, and am drinking herbal tea instead.

κολατσιό

noun (UK (late afternoon meal) (ανάλογα με την ώρα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

παγωμένο τσάι, κρύο τσάι

noun (tea served with ice cubes)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A glass of iced tea is very refreshing in the summer time. In the southern US, iced tea is usually served sweetened and called "sweet tea.".
Ένα ποτήρι κρύο τσάι είναι πολύ αναζωογονητικό το καλοκαίρι. Στη Νότια Αμερική το κρύο τσάι συνήθως σερβίρεται πιο γλυκό και ονομάζεται «γλυκό τσάι».

παγωμένο τσάι, κρύο τσάι

noun (tea served with ice cubes)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χύμα φύλλα τσαγιού

noun (tea: in the form of leaves)

μανούκα

noun (New Zealand tree)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

τσάι μέντας

noun (infusion of mint leaves)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
In North Africa mint tea is usually served very sweet in small glasses.

λέω τα φύλλα του τσαγιού

(predict the future) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Your formula for picking a winning horse is no better than reading tea leaves.

πολύ κακό για το τίποτε, πολύ κακό για το τίποτα

noun (UK, figurative (drama over [sth] trivial)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Eventually the excitement about his remark will prove to be a storm in a teacup.

φακελάκι τσαγιού

noun (sachet of tea leaves)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tea bags are easier to use than loose tea. The kitchen counter was littered with old tea bags and dirty cups.
Τα φακελάκια τσαγιού είναι πιο εύκολα στη χρήση από το χύμα. Ο πάγκος της κουζίνας ήταν γεμάτος από παλιά φακελάκια τσαγιού και βρώμικες κούπες.

διάλειμμα για καφέ

noun (pause for refreshments)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κουτί τσαγιού

noun (storage container for tea leaves)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

θήκη μεταφοράς τσαγιού

noun (UK (crate for transporting tea)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

υπαίθριος χώρος σερβιρίσματος τσαγιού

noun (outdoor tearoom)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

σουρωτήρι τσαγιού

noun (mesh ball for straining tea leaves)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I always leave the tea infuser in the pot because I like my tea strong.

φύλλο τσαγιού

noun (dried leaf of the tea plant)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Some fortune-tellers use tea leaves to read fortunes.

κλέφτης

noun (UK, regional, slang (thief)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

τσάι

noun (social gathering at which tea is served) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

είδος τριανταφυλλιάς

noun (flower: variety of rose)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The hybrid tea rose is the most popular rose in the world. Tea roses are small and can be grown indoors.

σερβίτσιο τσαγιού

noun (set of teapot and cups)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My grandmother has a silver tea service that she uses on special occasions.

σερβίτσιο τσαγιού

noun (set of teapot and cups)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
This tea set comes complete with a teapot and four cups.

σουρωτήρι τσαγιού

noun (small sieve for straining tea leaves)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

τραπεζάκι

(furniture)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πετσέτα κουζίνας

(dishtowel)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

δίσκος σερβιρίσματος

noun (receptacle for carrying a tea set)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

τεϊόδεντρο

(botany)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

φακελάκι τσαγιού, σακουλάκι τσαγιού

noun (sachet of tea leaves)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κέικ

noun (UK (flat currant bun) (με αποξηραμένα φρούτα)

μπισκότο

noun (UK (cake or cookie traditionally served with tea) (μικρό, ατομικό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κατάστημα που πουλά τσάι

noun (shop that sells tea)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τεϊοποτείο

noun (café serving tea)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He used to sit in the tea shop and read the papers.

τεϊοπωλείο

noun (store that sells tea)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
You can find all sorts of different teas in the tea shop on La Salle Street.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του tea στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του tea

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.