Τι σημαίνει το letters στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης letters στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του letters στο Αγγλικά.

Η λέξη letters στο Αγγλικά σημαίνει γράμμα, γράμμα, <div>βραβείο με το μονόγραμμα της σχολής</div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, τίτλος, Γράμματα, γράμματα, διακρίνομαι σε κτ, επιστολή αποδοχής, επιστολή αποδοχής, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, κυριολεκτικά, αερόγραμμα, επιστολή παραπόνων, επιστολή έγκρισης, κεφαλαία, κεφαλαία χειρόγραφα γράμματα, επαγγελματική αλληλογραφία, αριθμός, κεφαλαία, κεφαλαίο γράμμα, αλυσιδωτή επιστολή, συνοδευτική επιστολή, πρότυπη επιστολή, με τέσσερα γράμματα, που έχει τέσσερα γράμματα, βρισιά, εκρηκτικός μηχανισμός μέσα σε επιστολή, ταχυδρόμος, πιστωτική επιστολή, έγγραφο ανάθεσης εκτέλεσης διαθήκης, το γράμμα του νόμου, χαρτοκόπτης, γραμματοκιβώτιο, γραμματοκιβώτιο, ερωτικό γράμμα, εκδήλωση αγάπης, ταχυδρόμος, νυχτερινό τηλεγράφημα που παραδίδεται την επομένη, ανοιχτή επιστολή, προσωπική αλληλογραφία, επιστολή μίσους, υποσχετική επιστολή, αξιομνημόνευτη μέρα, συστατική επιστολή, ευχαριστήριο σημείωμα, κατά γράμμα, κατά γράμμα, κεφαλαίο γράμμα, γράφω γράμμα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης letters

γράμμα

noun (character in the alphabet)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The letter C is the third letter of the alphabet.
Το Γ είναι το τρίτο γράμμα της αλφαβήτου.

γράμμα

noun (written correspondence)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I received a letter from my mother yesterday.
Έλαβα μια επιστολή από τη μητέρα μου χθες.

<div>βραβείο με το μονόγραμμα της σχολής</div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (US (school sports award)

He got a letter for his play on the basketball team.

τίτλος

plural noun (UK (qualifications)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He is highly qualified and has letters after his name.
Έχει πολλά προσόντα και φέρει πολλά διακριτικά δίπλα στο όνομά του.

Γράμματα

plural noun (literature)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
She graduated from the College of Arts and Letters.
Αποφοίτησε από τη σχολή Τεχνών και Γραμμάτων.

γράμματα

plural noun (dated (being well read) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
He was a man of letters.
Ήταν άνθρωπος των γραμμάτων.

διακρίνομαι σε κτ

(US (win a sports award)

He lettered in basketball in high school.
Στο λύκειο, διακρίθηκε στο μπάσκετ.

επιστολή αποδοχής

noun (for taking a job offer) (εργασία)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

επιστολή αποδοχής

noun (US (for admission to university) (πανεπιστήμιο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σύμφωνα με το γράμμα του νόμου

expression (according to law)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
These laws are no longer obeyed according to the letter.

κυριολεκτικά

expression (word for word)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Calvin interprets the biblical text according to the letter.

αερόγραμμα

noun (thin stationary for use in airmail) (αεροπορική επιστολή)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

επιστολή παραπόνων

noun (letter of complaint)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

επιστολή έγκρισης

noun (document giving permission for [sth])

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

κεφαλαία

noun (style of lettering)

κεφαλαία χειρόγραφα γράμματα

noun (hand-written capital letter)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

επαγγελματική αλληλογραφία

noun (business correspondence)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A letter to a friend is different from a more formal business letter.

αριθμός

plural noun (TV, radio station: code)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

κεφαλαία

plural noun (abbreviation (capital letters)

The title of the book should be in caps.

κεφαλαίο γράμμα

noun (often plural (alphabet: upper-case)

Sentences must start with a capital letter and end with a full stop.

αλυσιδωτή επιστολή

(ongoing letter)

συνοδευτική επιστολή

noun (job application)

To apply for the position, please send your resume and a cover letter.
Για να κάνετε αίτηση για τη θέση, παρακαλώ αποστείλετε το βιογραφικό σας και μια συνοδευτική επιστολή.

πρότυπη επιστολή

noun (standardized correspondence)

Word-processing software is useful for producing form letters.

με τέσσερα γράμματα, που έχει τέσσερα γράμματα

adjective (word: having four letters)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βρισιά

noun (curse word, bad word)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εκρηκτικός μηχανισμός μέσα σε επιστολή

noun (explosive device inside envelope)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ταχυδρόμος

(mail carrier)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)

πιστωτική επιστολή

noun (bill of exchange) (οικονομία)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

έγγραφο ανάθεσης εκτέλεσης διαθήκης

noun (document authorizing a will's executor) (νομική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

το γράμμα του νόμου

noun (strict interpretation)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
They followed the letter of the law to avoid any problems.

χαρτοκόπτης

noun (bladed tool for opening envelopes)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

γραμματοκιβώτιο

noun (slot, box for delivered mail)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

γραμματοκιβώτιο

noun (UK, informal (box for posting mail)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The letter box in the village is emptied at 6.30 pm.

ερωτικό γράμμα

noun (literal (letter expressing romantic feelings) (κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He wrote her a love letter every day while he was away.

εκδήλωση αγάπης

noun (figurative (expression of affection) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ταχυδρόμος

noun (US (person employed to deliver post)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
My dog barks at my mail carrier every day.

νυχτερινό τηλεγράφημα που παραδίδεται την επομένη

noun (dated (overnight telegram)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ανοιχτή επιστολή

noun (letter published openly)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She wrote an open letter to the newspaper praising the mayor of the town.

προσωπική αλληλογραφία

noun (intimate correspondence)

The starlet enjoyed receiving personal letters from her many fans. In the age of texting and e-mail, the personal letter is in danger of becoming obsolete.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είναι δυνατόν να διάβασες την προσωπική μου αλληλογραφία;

επιστολή μίσους

noun (figurative (spiteful or defamatory letter)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Someone in the village is writing poison-pen letters to his family.

υποσχετική επιστολή

noun (document legally binding [sb] to purchase [sth])

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αξιομνημόνευτη μέρα

noun (noteworthy or memorable day)

συστατική επιστολή

noun (statement in support of a job candidate)

When my former assistant applied for a better job, she asked me for a reference letter.

ευχαριστήριο σημείωμα

noun (letter expressing gratitude)

Don't forget to send them a thank-you letter.

κατά γράμμα

expression (literally)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
He followed Mr. Wilson's instructions to the letter.

κατά γράμμα

expression (figurative (precisely, exactly)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
The illiterate slave followed his master's instructions to the letter.

κεφαλαίο γράμμα

noun (often plural (capital letter)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

γράφω γράμμα

verbal expression (compose handwritten correspondence)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Nowadays people are more inclined to email rather than write a letter.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του letters στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του letters

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.