Τι σημαίνει το playing στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης playing στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του playing στο Αγγλικά.

Η λέξη playing στο Αγγλικά σημαίνει παίζω, παίζω, παίζω, παίζω, βάζω, παίζω, παίζω, παράσταση, έργο, διασκέδαση, χαλάρωση, τζόγος, κενό, σειρά, παιχνίδι, παιχνίδισμα, παίζω, play, κίνηση, παίζω, παίζω τυχερά παιχνίδια, κάνω πλάκα, παριστάνω, προσποιούμαι, παριστάνω, παίζομαι, παίζω, παίζω, παίζω, στοιχηματίζω, παίζω μαζί με κάποιον, παίζω, κατευθύνω, εξαπατώ, χαζολογώ, χαζεύω, παίζω εναντίον, παίζω με αντίπαλο, συνοδεύω, το συνεχίζω, πάω με τα νερά κπ, κάνω δοκιμές, παίζω, της/του τα φοράω, πειράζω, παίζω με κτ, παριστάνω, προσποιούμαι, καμώνομαι, επαναλαμβάνω, ξαναπαίζω, παίζω με το αφτί, υποτιμώ, παίζω για, τοποθετώ, βάζω απέναντι, παίζω νοκ άουτ αγώνα, συνεχίζω να παίζω μοσυική, εκμεταλλεύομαι, επωφελούμαι, παίζω, εξελίσσομαι, χρησιμοποιώ, παράλληλη δράση, κάνω κπ το παιχνιδάκι μου, παίζω τη γάτα και το ποντίκι με κπ, εύκολη δουλειά, μπαίνω στο παιχνίδι, παίζω ρόλο, διπλό άουτ, θεατρικό παιχνίδι, παίζω κτ κορώνα γράμματα, τίμιο παιχνίδι, αντικανονική ενέργεια, ελεύθερο παιχνίδι, ελεύθερο πεδίο, ελεύθερο παιχνίδι, ερωτικό άγγιγμα, μέσα, που παίζει, είναι παιχνιδάκι, let's play, δίσκος βινυλίου, Αναπαράσταση των Παθών, βάζω ένα σι-ντι, παίζω, συμμετέχω σε κτ, παίζω ρόλο σε κτ, παίζω ρόλο, συμμετέχω, παίζω ρόλο, συμμετέχω, παίζω μια μελωδία, παίζω σύμφωνα με τους κανόνες, παίζω σύμφωνα με τους κανόνες, παίζω σύμφωνα με τους κανόνες, ξανά-παίζω, ξανά-παίζω, παιδική χαρά, παίζω με τη μπάλα, παίζω με τη μπάλα με κπ, συνεργάζομαι, συνεργάζομαι με κπ, κουμπί play, πλήκτρο play, μαθαίνω τα νέα, αναπληρώνω, δοκιμάζω τα όριά μου, συνάντηση για παιχνίδι, παριστάνω τον πεθαμένο, παριστάνω τον νεκρό, παίζω βρόμικα, υποβαθμίζω τη σημασία, υποβαθμίζω τη σπουδαιότητα, κάνω ότι δεν ξέρω, κάνω τον ανίδεο, κάνω το χαζό, παίζω δίκαια, δεν κλέβω, κάνω αδικίες, κάνω διακρίσεις, πετάω τη μπάλα και μου τη φέρνει πίσω, κερδίζω χρόνο, παίζω, παίζω, παριστάνω τον Θεό, κρατάω το φανάρι, το παίζω δύσκολος, κάνω τα πάντα για να πετύχω τον σκοπό μου, προκαλώ το χάος, φέρνω χάος, κάνω κοπάνα, κάνω σκασιαρχείο, παίζω σπιτάκια, βλέποντας και κάνοντας, παίζω τζαζ, χαλάκι παιχνιδιού, παίζω μουσική, βάζω μουσική, play off, λογοπαίγνιο, παίζω ρώσικη ρουλέτα, παίζω εκ του ασφαλούς, πάω εκ του ασφαλούς, σενάριο, έρχομαι δεύτερος, αθλούμαι, παίζω κυνηγητό, παίζω ντραμς, κάνω πολλές σχέσεις, κάνω τον καραγκιόζη, παίζω το παιχνίδι, πάω με τα νερά. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης playing

παίζω

intransitive verb (do [sth] for amusement)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The children are playing.
Τα παιδιά παίζουν.

παίζω

transitive verb (perform on: a musical instrument)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He plays the piano and the guitar.
Παίζει πιάνο και κιθάρα.

παίζω

transitive verb (music: perform)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Play another Beethoven sonata.
Παίξε άλλη μια σονάτα του Μπετόβεν.

παίζω, βάζω

transitive verb (put on, listen to: music, a CD) (αναμετάδοση, αναπαραγωγή)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I am playing the new CD on the stereo.
Θα ακούσω το νέο CD στο στερεοφωνικό.

παίζω

transitive verb (take part in: a sport or game)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Who'd like to play tennis? Let's play hide-and-seek!
Ποιος θέλει να παίξει τένις;

παίζω

transitive verb (act the role of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Who wants to play Lady Macbeth?
Ποιος θέλει να ερμηνεύσει το ρόλο της Λαίδης Μάκβεθ;

παράσταση

noun (performance)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I'd like to see a play for my birthday.
Θα ήθελα να δω μία παράσταση για τα γενέθλιά μου.

έργο

noun (drama)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He wrote the play with specific actors in mind.
Έγραψε το θεατρικό σκεπτόμενος συγκεκριμένους ηθοποιούς.

διασκέδαση, χαλάρωση

noun (recreational activity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
You have no time for play when you run your own company.
Δεν έχεις χρόνο για διασκέδαση όταν διοικείς τη δική σου εταιρεία.

τζόγος

noun (dated (gambling)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He acquired a lot of debts at play.

κενό

noun (movement, looseness)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There's too much play between the wheel and the axle.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν το έχεις βιδώσει καλά, κοίτα πόσο παίζει.

σειρά

noun (game: turn)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
It's my play. Can I have the dice, please?
Εγώ παίζω τώρα. Μπορώ να έχω το ζάρι σε παρακαλώ;

παιχνίδι

noun (conduct of a game)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It's a tournament in which you'll see top class play.

παιχνίδισμα

noun (movement of light)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
They watched the play of the sunlight on the water.

παίζω

noun (attention)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The double murder got a lot of play on the morning news.
Το διπλό φονικό έπαιξε πολύ στις πρωινές ειδήσεις.

play

noun (button) (πλήκτρο)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Insert the CD and press play.

κίνηση

noun (sport, game: move)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
In a single amazing play, the baseball team got three outs.

παίζω

intransitive verb (take part)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
We'd like to play, too.
Θέλουμε και εμείς να παίξουμε.

παίζω τυχερά παιχνίδια

intransitive verb (gamble)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Minors are not allowed to play.

κάνω πλάκα

intransitive verb (jest)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I didn't mean it. I was only playing.

παριστάνω

intransitive verb (pretend)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She wasn't really injured; she was just playing.
Δεν είχε χτυπήσει στα αλήθεια, απλά το έπαιζε.

προσποιούμαι, παριστάνω

intransitive verb (feign)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He's playing dead.

παίζομαι, παίζω

intransitive verb (be performed)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
What's playing tonight?
Τι παίζει απόψε;

παίζω

intransitive verb (music: perform)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He loves the violin. He plays all day.

παίζω

transitive verb (stage a performance of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They're playing "Waiting for Godot" all week.

στοιχηματίζω

transitive verb (bet on)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He likes to play the horses.

παίζω μαζί με κάποιον

transitive verb (compete against)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
No one wants to play him because he never loses.
Κανείς δεν θέλει να τον παίξει γιατί δεν χάνει ποτέ.

παίζω

transitive verb (pretend)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Let's play house.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ας παίξουμε τις πριγκίπισσες!

κατευθύνω

transitive verb (direct light, water)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
He played the spotlight on the entranceway.

εξαπατώ

transitive verb (informal (deceive)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Kate didn't realize the man she'd met on a dating site was playing her until she'd spent half her savings on him.

χαζολογώ, χαζεύω

phrasal verb, intransitive (UK, informal (behave in a frivolous way)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Since we have a lot of work to do, there isn't any time to play about.

παίζω εναντίον, παίζω με αντίπαλο

phrasal verb, transitive, inseparable (have as an opponent)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Every time I play against Tom, he beats me in every game.

συνοδεύω

phrasal verb, intransitive (music: play accompaniment) (κπ με μουσικό όργανο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Joanna sang while Keith played along on the guitar.
Η Τζοάνα τραγουδούσε ενώ ο Κιθ τη συνόδευε με την κιθάρα.

το συνεχίζω

phrasal verb, intransitive (figurative, informal (feign co-operation)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Leo wanted me to join in when he pranked our teacher, but I refused to play along.
Ο Λίο ήθελε να συμμετέχω όταν έκανε φάρσα στον δάσκαλό μας, αλλά αρνήθηκα να το συνεχίσω.

πάω με τα νερά κπ

(figurative, informal (feign co-operation with) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I don't always do what my mother suggests, but I play along with her plans to make her happy.

κάνω δοκιμές

phrasal verb, intransitive (informal (experiment)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I was just playing around to see if I could get the webcam to work.

παίζω

phrasal verb, intransitive (informal (be frivolous) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Quit playing around and get back to work!

της/του τα φοράω

phrasal verb, intransitive (informal (be unfaithful) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πειράζω

phrasal verb, transitive, inseparable (informal (tamper)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Someone has been playing around with the projector and now it doesn't work.

παίζω με κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (informal (amuse yourself)

The dog was playing around with a stick he'd found on the ground.

παριστάνω, προσποιούμαι, καμώνομαι

phrasal verb, transitive, inseparable (pretend, make believe [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The children are playing at doctors and nurses.
Τα παιδιά παριστάνουν τους γιατρούς και τις νοσοκόμες.

επαναλαμβάνω, ξαναπαίζω

phrasal verb, transitive, separable (replay)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παίζω με το αφτί

phrasal verb, transitive, separable (music: not follow a score) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I read music well, but I have a hard time playing by ear. He's amazing; he never learned to read music, he just plays by ear.

υποτιμώ

phrasal verb, transitive, separable (informal (minimize significance of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
In my job interview I played down my previous failures and emphasized my successes.
Στην συνέντευξή μου για δουλειά δεν έδωσα τόση σημασία στις προηγούμενες αποτυχίες μου και τόνισα στις επιτυχίες μου.

παίζω για

phrasal verb, transitive, inseparable (sport: represent, be on the side of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
David Beckham plays for his country.

τοποθετώ, βάζω απέναντι

phrasal verb, transitive, separable (set against: [sth] else)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The capricious girl played off one suitor against the other.

παίζω νοκ άουτ αγώνα

phrasal verb, intransitive (sport: resolve a tied score)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The two teams will play off for the division title.

συνεχίζω να παίζω μοσυική

phrasal verb, intransitive (continue to make music)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

εκμεταλλεύομαι, επωφελούμαι

phrasal verb, transitive, inseparable (exploit, take advantage of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Many confidence tricksters play on the sympathy of their victims.

παίζω

phrasal verb, transitive, separable (enact)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The director made the actors play the scene out again with a slightly different emphasis.

εξελίσσομαι

phrasal verb, intransitive (proceed to the end)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Nobody knows how this little drama will play out.
Κανείς δεν ξέρει πως θα εξελιχθεί αυτό το μικρό δράμα.

χρησιμοποιώ

transitive verb (involve, use)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παράλληλη δράση

noun (incidental onstage action) (θέατρο)

κάνω κπ το παιχνιδάκι μου

verbal expression (toy with [sb])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παίζω τη γάτα και το ποντίκι με κπ

verbal expression (use strategy on opponent)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

εύκολη δουλειά

noun (figurative ([sth] very easy) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I finished the crossword puzzle very quickly; it was child's play.

μπαίνω στο παιχνίδι

intransitive verb (become involved) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tiredness comes into play near the end of a race.

παίζω ρόλο

verbal expression (mainly US (contribute, participate)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Martha did her part to make the event a success.

διπλό άουτ

noun (baseball) (μπέιζμπολ)

θεατρικό παιχνίδι

noun (role playing for fun, esp. by children)

παίζω κτ κορώνα γράμματα

verbal expression (figurative (squander, handle recklessly) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

τίμιο παιχνίδι

noun (sportsmanship, fairness)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The concept of fair play is very important in the Olympics. Technically I win by default, but in the spirit of fair play I'll reschedule the match.

αντικανονική ενέργεια

noun (illegal act)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The senator died in a car crash, but foul play is suspected.

ελεύθερο παιχνίδι

noun (unstructured playtime for children)

ελεύθερο πεδίο

noun (unrestricted conduct, as by a business)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ελεύθερο παιχνίδι

noun (concept in literary theory)

ερωτικό άγγιγμα

noun (sexual touching)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The couple were enjoying some hand play.

μέσα

adjective (ball: not out)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The ball was in play when the winger crossed it for the centre forward to score.

που παίζει

adjective (figurative (active) (ανεπίσημο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Lowering the interest rate is among ideas that are still in play.
Η μείωση των επιτοκίων είναι ανάμεσα στις ιδέες που παίζουν ακόμα.

είναι παιχνιδάκι

expression (it's extremely easy)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It's so easy to do -- it's child's play, really.

let's play

noun (video game)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

δίσκος βινυλίου

noun (12-inch vinyl record)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I don't think you can find long play records any more.

Αναπαράσταση των Παθών

noun (drama depicting Christ's suffering)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Passion Plays are traditionally staged at Easter.

βάζω ένα σι-ντι

verbal expression (abbr (put on a compact disc)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Olga decided to play a CD while she was driving the car.

παίζω

verbal expression (act) (σε κτ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I'd like to play a part in the school musical, so I'm going to audition.

συμμετέχω σε κτ

verbal expression (participate)

This was a real community effort, nearly everyone here played a part in creating the newsletter.

παίζω ρόλο σε κτ

verbal expression (be partly responsible)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Oliver's tendency to trust people too easily played a part in his downfall.

παίζω ρόλο, συμμετέχω

verbal expression (act a part)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Several Nixon loyalists played a role in the Watergate scandal.
Αρκετοί υποστηρικτές του Νίξον έπαιξαν ρόλο στο σκάνδαλο Γουοτεργκέιτ.

παίζω ρόλο, συμμετέχω

transitive verb (act a part in)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My brother's playing a role in the new production of The Phantom of the Opera.

παίζω μια μελωδία

verbal expression (music: perform a melody)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Suzan taught me to play a tune on the piano.
Η Σούζαν με δίδαξε να παίζω μια μελωδία στο πιάνο.

παίζω σύμφωνα με τους κανόνες

verbal expression (game, sports)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Play the game according to the rules outlined below.

παίζω σύμφωνα με τους κανόνες

verbal expression (game, sports)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
At the beginning of the game, the referee reminded the players to play by the rules.

παίζω σύμφωνα με τους κανόνες

verbal expression (figurative (behave fairly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It's best to play according to the rules if you want to get on at work.

ξανά-παίζω

transitive verb (live music: perform again)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My wife really likes that tune, so I'm going to ask the band to play it again before we leave.

ξανά-παίζω

transitive verb (recorded music: put on again)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Even though the CD is really old, the kids want to play it again and again.

παιδική χαρά

noun (designated zone for children's play)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The children have a play area well away from the main road.

παίζω με τη μπάλα

(throw, catch a ball)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Shall we play ball in the park?
Θες να παίξουμε με τη μπάλα στο πάρκο;

παίζω με τη μπάλα με κπ

verbal expression (throw, catch a ball with [sb])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
My son often plays ball with the boy from next door.

συνεργάζομαι

(figurative (co-operate)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The deal's off - John won't play ball.
Η συμφωνία είναι άκυρη. Ο Τζον δε συνεργάζεται.

συνεργάζομαι με κπ

verbal expression (figurative (co-operate with [sb])

The company needs smart people who can play ball with our software development team.

κουμπί play, πλήκτρο play

noun (control pressed to [sth] start)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The slide show is all set up for you to use; just press the play button when you're ready to start.

μαθαίνω τα νέα

(informal (get updated)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Julia wanted to play catch-up and find out what had happened while she had been away.

αναπληρώνω

(informal (do work missed due to illness) (δουλειά, διάβασμα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I had to play catch-up after being away from work on sick leave.

δοκιμάζω τα όριά μου

(test courage)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The teenagers played chicken in their cars, driving directly towards one another.

συνάντηση για παιχνίδι

(appointment for children)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παριστάνω τον πεθαμένο, παριστάνω τον νεκρό

(lie as though dead)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Some animals play dead as a way of defending themselves when they are in danger.

παίζω βρόμικα

verbal expression (informal, figurative (use unfair or dishonest tactics) (μεταφορικά, καθομ)

If he continues to play dirty, they will disqualify him from the match.

υποβαθμίζω τη σημασία, υποβαθμίζω τη σπουδαιότητα

verbal expression (minimize significance of) (με γενική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We are trying to play down the importance of standardized tests in our school.

κάνω ότι δεν ξέρω, κάνω τον ανίδεο, κάνω το χαζό

verbal expression (informal (feign ignorance)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Phil played dumb when his dad asked him if he knew who had broken the window.

παίζω δίκαια

intransitive verb (games: be sporting)

It's the referee's job to ensure that both teams play fair.

δεν κλέβω

intransitive verb (figurative (behave by the rules) (μεταφορικά: σε παιχνίδι)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Hey, play fair! Take that ace out of your sleeve right now!

κάνω αδικίες, κάνω διακρίσεις

verbal expression (show partiality)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
My boss plays favorites; his buddies get the plum assignments, and the rest of us get the menial work.

πετάω τη μπάλα και μου τη φέρνει πίσω

(informal (dog: retrieve a thrown ball)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Try playing fetch with your dog every morning.

κερδίζω χρόνο

verbal expression (delay [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παίζω

(informal, figurative (be inconsistent) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I wish Derek would stop playing games and make a clear decision about what he intends to do.

παίζω

(do sports, activities) (κυριολεκτικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The children spent the afternoon playing games.
Τα παιδιά πέρασαν το απόγευμά τους παίζοντας.

παριστάνω τον Θεό

verbal expression (figurative (make life-and-death decisions) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ivan opposes euthanasia because he believes that nobody has the right to play God.

κρατάω το φανάρι

(UK, figurative, informal (be unwanted extra person) (σε ζευγάρι)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Lisa did not want to play gooseberry on another couple's date.

το παίζω δύσκολος

verbal expression (act aloof toward potential mate) (άντρας)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
David really wants Zoe to be his girlfriend, but she's always playing hard to get with him.

κάνω τα πάντα για να πετύχω τον σκοπό μου

verbal expression (be ruthless)

προκαλώ το χάος, φέρνω χάος

verbal expression (bring chaos to) (σε κτ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The train strike is playing havoc with my travel plans.

κάνω κοπάνα, κάνω σκασιαρχείο

verbal expression (US (play truant, be absent from school)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I regret having played hooky in high school.
Μετανιώνω που έκανα κοπάνες στο σχολείο.

παίζω σπιτάκια

(US (children: pretend to be family) (παιχνίδι)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The children were playing house in the yard.

βλέποντας και κάνοντας

verbal expression (figurative (improvise)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
What will we do tomorrow? Let's play it by ear.

παίζω τζαζ

verbal expression (make jazz music)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

χαλάκι παιχνιδιού

noun (floor covering)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

παίζω μουσική

verbal expression (make music, play an instrument)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βάζω μουσική

verbal expression (listen to recorded music)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

play off

noun (game or series of games played to break a tie) (το σύνολο)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The Lakers didn't make it to the play-offs this year.

λογοπαίγνιο

noun (pun)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It wasn't serious, just a play on words.

παίζω ρώσικη ρουλέτα

verbal expression (figurative (take a foolish risk) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Driving while intoxicated is playing Russian roulette with other people's lives.

παίζω εκ του ασφαλούς, πάω εκ του ασφαλούς

verbal expression (informal (avoid taking risks)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The gymnast considered attempting the flip, but decided to play it safe and stick with the routine she knew well.

σενάριο

noun (words in a play)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

έρχομαι δεύτερος

verbal expression (figurative (be considered less important) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She always played second fiddle to her talented older sister.

αθλούμαι

(participate in physical games)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

παίζω κυνηγητό

verbal expression (children: chase one another)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παίζω ντραμς

verbal expression (music: be a drummer)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Francisco plays the drums for the group Watchmen.

κάνω πολλές σχέσεις

verbal expression (figurative, informal (have many relationships)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Simon has gained a reputation for playing the field.

κάνω τον καραγκιόζη

verbal expression (behave in a silly way)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Bob enjoyed playing the fool in front of his grandchildren.

παίζω το παιχνίδι, πάω με τα νερά

verbal expression (figurative (co-operate, conform) (μεταφορικά: κάποιου)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No wonder he's a success, he really knows how to play the game.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του playing στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του playing

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.