Τι σημαίνει το ride στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης ride στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του ride στο Αγγλικά.

Η λέξη ride στο Αγγλικά σημαίνει πηγαίνω με κτ, παίρνω, καβαλάω, καβαλώ, ιππεύω, ιππεύω, πηγαίνω, πάω, παιχνίδι, διαδρομή, κούρσα, τα πρήζω, ανεβαίνω, οδηγώ, κινούμαι, είμαι αγκυροβολημένος, κινούμαι, είμαι καβάλα σε κτ, με πνίγει, με βαραίνει, καλύπτω απόσταση, κουβαλάω στους ώμους μου, καβαλάω, φεύγω με το ποδήλατο, φεύγω με το ποδήλατο, παίζομαι, αντεπεξέρχομαι σε κτ, ανεβαίνω, -, παραπλανούμαι, εξαπατούμαι, ποδηλατάδα, βόλτα με βάρκα, δύσκολη εμπειρία, ταξίδι με αυτοκίνητο, ευκολία, πάω κπ κάπου με το αυτοκίνητο, πάω μια βόλτα με κτ, κάνω ωτοστόπ, ιππασία, ιππεύω άλογο, τρενάκι που πέφτει στο νερό, δρομολόγιο λεωφορείου από τα προάστια προς το κέντρο της πόλης, που σχετίζεται με το δρομολόγιο λεωφορείου από τα προάστια προς το κέντρο της πόλης, το να σηκώνω κάποιον στην πλάτη μου, βόλτα στους ώμους, κάνω ποδήλατο, επιστρέφω, γυρίζω, περνώ δίπλα από κπ/κτ, περνάω δίπλα από κπ/κτ, πηγαίνω πρόσω ολοταχώς για τον γκρεμό, τα πάω καλά, ιππεύω, καβαλικεύω, καβαλάω, τρέπω κπ σε φυγή, εξαναγκάζω κπ σε φυγή, οδηγώ μέχρι κτ, οδηγώ σε κτ, στους ώμους, αδιαφορώ για κπ/κτ, κάθομαι μπροστά, συνοδεύω, συνοδεύω, προσέχω, ανεβαίνω, σηκώνομαι, σαν τρενάκι του τρόμου, βόλτα με έλκηθρο, πιάνω κπ κορόϊδο, πηγαίνω κάποιον βόλτα με το αυτοκίνητο, κάνω οτοστόπ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης ride

πηγαίνω με κτ

transitive verb (travel by: bicycle, motorbike)

He rides his bike to school every day.
Πηγαίνει καθημερινά με το ποδήλατο στο σχολείο.

παίρνω

transitive verb (travel by: bus, train)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I ride the bus into work every day.
Παίρνω το λεωφορείο για να πάω καθημερινά στη δουλειά.

καβαλάω, καβαλώ

transitive verb (go on: a horse)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The girls love to ride horses.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχεις ξανακαβαλήσει πόνυ, ή είναι η πρώτη σου φορά;

ιππεύω

transitive verb (jockey)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The jockey was riding the favourite horse.
Ο τζόκεϊ ίππευε το αγαπημένο του άλογο.

ιππεύω

intransitive verb (go on horseback)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
She loves to ride and has her own horse.
Της αρέσει να κάνει ιππασία και έχει δικό της άλογο.

πηγαίνω, πάω

noun (US, informal (transport: lift in a vehicle)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Thanks for the ride! I'd never have made it here on time without it.
Ευχαριστώ που με πήγες! Δεν θα προλάβαινα με τίποτα χωρίς εσένα.

παιχνίδι

noun (fairground attraction) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The Ferris wheel is my favourite ride at the park.
H ρόδα είναι το αγαπημένο μου παιχνίδι στο λούνα παρκ.

διαδρομή

noun (informal (trip)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
It was an enjoyable ride through the mountains of West Virginia.
Ήταν μια ευχάριστη διαδρομή μέσα από τα βουνά της Δυτικής Βιρτζίνια.

κούρσα

noun (US, slang (car, truck) (αργκό, παλαιό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Man, you have a nice ride! When did you get that car?

τα πρήζω

verbal expression (US, informal, figurative (harass) (καθομ: σε κπ για να κάνει κτ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She kept riding him to get him to follow the rules.
Συνέχισε να του τα πρήζει για να τον κάνει να ακολουθήσει τους κανόνες.

ανεβαίνω

intransitive verb (clothing: shift upwards) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
His pants tend to ride on his hips.

οδηγώ

intransitive verb (travel by vehicle)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We rode for 50 miles but then the car broke down.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είχα κάνει 10 χιλιόμετρα όταν μου έσκασε το λάστιχο του ποδηλάτου.

κινούμαι

intransitive verb (be supported or carried) (πάνω σε κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The conveyor belt rides on a series of rollers.

είμαι αγκυροβολημένος

intransitive verb (lie at anchor)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
There was a fishing boat riding in the bay.

κινούμαι

intransitive verb (automobile: perform)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
This new car rides so smoothly!

είμαι καβάλα σε κτ

(be carried)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
His son likes to ride on his shoulders.

με πνίγει, με βαραίνει

transitive verb (usually passive (fill, overwhelm: with an emotion) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He was ridden with anxiety about his exams.
Τον έχει πνίξει το άγχος για τις εξετάσεις του.

καλύπτω απόσταση

transitive verb (travel, traverse: distance)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We rode 30 km today on our bikes.
Σήμερα, κάναμε 30 χιλιομέτρα με τα ποδήλατά μας.

κουβαλάω στους ώμους μου

transitive verb (carry)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I ride my son on my shoulders.
Βάζω το γιο μου καβάλα στους ώμους μου.

καβαλάω

transitive verb (be carried on: water, wave)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The surfer rode the wave.

φεύγω με το ποδήλατο

phrasal verb, intransitive (cycle off)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

φεύγω με το ποδήλατο

phrasal verb, intransitive (cycle away)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

παίζομαι

phrasal verb, transitive, inseparable (informal, figurative (be at stake in) (μεταφορικά, καθομ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
There's a lot riding on the outcome of this contest - not least, my reputation!
Παίζονται πολλά σε αυτό το διαγωνισμό, με πρώτο και καλύτερο τη φήμη μου!

αντεπεξέρχομαι σε κτ

phrasal verb, transitive, separable (endure)

We rode out the storm in the cabin.
Υπομείναμε την τρικυμία στην καμπίνα.

ανεβαίνω

phrasal verb, intransitive (clothing: move upwards) (ρούχα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
This short skirt rides up when I sit down.
Αυτή η μίνι φούστα ανεβαίνει όταν κάθομαι.

-

noun (ride at fairground, theme park) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
I think amusement rides are dangerous.
Πιστεύω ότι τα παιχνίδια στο λούνα παρκ είναι επικίνδυνα.

παραπλανούμαι, εξαπατούμαι

verbal expression (informal, figurative (be swindled)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I had donated thousands of pounds before I realised I was being taken for a ride.

ποδηλατάδα

noun (informal (bicycle journey) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
They put on their helmets and went off for a bike ride.

βόλτα με βάρκα

noun (trip or outing in a water craft)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We went for a boat ride out to the island.

δύσκολη εμπειρία

noun (figurative, informal (experience: difficult)

ταξίδι με αυτοκίνητο

noun (journey, outing in a car)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
When I was a child, my family went for a car ride every Sunday.

ευκολία

noun (slang (get without working for it)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There are no free rides here: if you don't work, you don't eat.

πάω κπ κάπου με το αυτοκίνητο

verbal expression (informal (take in car)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'll give you a ride to the airport.

πάω μια βόλτα με κτ

verbal expression (take: car, bike trip) (με αυτοκίνητο ή μηχανή)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I'm bored; let's go for a ride by the coast.

κάνω ωτοστόπ

verbal expression (informal (hitchhike)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I might be able to hitch a ride to the airport.

ιππασία

noun (journey made on horseback) (διαδικασία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We went for a horse ride in the woods together for my birthday.

ιππεύω άλογο

intransitive verb (ride on a horse)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

τρενάκι που πέφτει στο νερό

noun (amusement: flume) (λούνα παρκ)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

δρομολόγιο λεωφορείου από τα προάστια προς το κέντρο της πόλης

noun (bus service from town outskirts)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

που σχετίζεται με το δρομολόγιο λεωφορείου από τα προάστια προς το κέντρο της πόλης

adjective (relating to bus service)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

το να σηκώνω κάποιον στην πλάτη μου

noun (informal, dated (piggyback ride)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

βόλτα στους ώμους

noun (informal (ride on [sb]'s back)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The child got a piggyback ride from her older brother.

κάνω ποδήλατο

verbal expression (informal (go cycling, use a pushbike)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You never forget how to ride a bike.
Ποτέ δεν ξεχνάς πως να κάνεις ποδήλατο.

επιστρέφω, γυρίζω

(return via vehicle or horse)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

περνώ δίπλα από κπ/κτ, περνάω δίπλα από κπ/κτ

(pass on a vehicle)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πηγαίνω πρόσω ολοταχώς για τον γκρεμό

verbal expression (informal, figurative (be heading for failure or disaster) (μεταφορικά)

Darryl's sister told him he was riding for a fall when he fell in love with his friend's mother.

τα πάω καλά

verbal expression (figurative (be successful)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ιππεύω, καβαλικεύω, καβαλάω

(be mounted on: horse, bicycle, etc.)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I will ride on the camel's back.
Θα καβαλικεύσω την καμήλα.

τρέπω κπ σε φυγή, εξαναγκάζω κπ σε φυγή

verbal expression (US, figurative (force to leave)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The gangster rode his rivals out of town.

οδηγώ μέχρι κτ, οδηγώ σε κτ

verbal expression (US (travel by car to a place) (αν είμαι οδηγός)

After work, Joel rode over to his buddy's place to watch the game.

στους ώμους

verbal expression (informal (ride on [sb]'s back)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
When Cindy hurt her ankle, she rode piggyback on her husband to get to the car.

αδιαφορώ για κπ/κτ

verbal expression (informal, figurative (treat inconsiderately)

That boy just rides roughshod over his parents. The boss rode roughshod over all of Paige's suggestions.

κάθομαι μπροστά

verbal expression (ride in front seat) (σε όχημα)

συνοδεύω

verbal expression (historical (protect a stagecoach)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

συνοδεύω

verbal expression (go with as protection)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

προσέχω

verbal expression (figurative (watch over [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ανεβαίνω, σηκώνομαι

(clothing: move up on) (ρούχα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
That jumper is far too small for you - it's riding up your back!

σαν τρενάκι του τρόμου

noun (figurative (turbulent experience) (μτφ: ένταση, φόβος)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

βόλτα με έλκηθρο

noun (trip on a sledge)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πιάνω κπ κορόϊδο

verbal expression (figurative, informal (deceive, fool [sb])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When he discovered his wallet was missing, he realized she'd taken him for a ride.

πηγαίνω κάποιον βόλτα με το αυτοκίνητο

verbal expression (transport [sb] in a car)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He took her for a ride along the coast at sunset.

κάνω οτοστόπ

verbal expression (hitchhike)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We had to thumb a lift to Glasgow as we had no money left for the bus.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του ride στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του ride

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.