Τι σημαίνει το were στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης were στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του were στο Αγγλικά.

Η λέξη were στο Αγγλικά σημαίνει είμαι, είμαι, είμαι, είμαι, βρίσκομαι, είμαι, είμαι, είμαι, -, -, -, κάνω, πηγαίνω, βρίσκομαι, να είσαι, να είστε, είμαι, είναι, κάνει, είμαστε, είμαι εδώ, είμαι παρών, είμαι πιο μπροστά, έρχομαι, έχω επιστρέψει, είμαι πίσω, που είναι πολύ διαφορετικός από κτ, μπορώ, αφορώ, έτοιμος, είμαι υπεράνω, δεν καταλαβαίνω κτ, χάνομαι μέσα σε κτ, αναγνωρίζομαι και συμφωνούμαι, συνοδευόμενος από κπ/κτ, συνυπάρχων με μπ/μτ, γνωρίζομαι, γνωρίζομαι, γνωρίζω, είμαι διασκευή, έχω παραλήπτη κπ, αναζητώ κτ/κπ, ψάχνω κτ/κπ, εναντίον, κατά, είμαι αδέξιος, είμαι άτσαλος, είμαι ανάθεμα για κπ, είμαι κατάρα για κπ, εδράζομαι σε κτ, αποτελώ παρελθόν, είμαι ενοχλημένος, έχω ενοχληθεί, αισθάνομαι αγχωμένος για κτ, ανυπομονώ, φαίνομαι, δείχνω, φαίνομαι, αγχώνομαι για κτ, είμαι πιστοποιημένος για να εργαστώ, πείθομαι, πείθομαι να κάνω κτ, όπως θα έπρεπε να είναι, σε μία ιδανική περίπτωση, σε ένα ιδανικό σενάριο, όπως θα έπρεπε να είναι η κατάσταση, όπως θα έπρεπε να είναι η κατάσταση, όπως έχουν τα πράγματα, ντρέπομαι, αφομοιώνομαι σε κτ, συνδεδεμένος, συνδυασμένος, νιώθω άνετα, στέκομαι σε ανάπαυση, ευθύνομαι για κάτι, στους πρόποδες, δεν συμφωνώ με κπ, δεν συμφωνώ με κτ, ενδιαφέρομαι για κτ, ενδιαφέρομαι για κπ, έλκομαι, πτυχίο μηχανικού, είμαι κακός σε κτ, κάνω φαλάκρα, κάνω καράφλα, έχω ως βάση, έχω ως έδρα, έχω ως βάση, έχω ως έδρα, στηριζόμενος, βασισμένος, εκτυλίσσομαι, βασισμένος, συμφέρω, συμφωνώ, είμαι μπελάς, αντιμετωπίζω κτ σαν άντρας, μεγαλώνω, ανήκω σε κτ, είμαι εμπόδιο, επιτυγχάνω τελεσφορώ, γίνεται χαμός, γίνεται πανικός, είμαι συνηθισμένος σε, είμαι συνηθισμένος στο να κάνω κτ, έχω συνηθίσει να κάνω κτ, ξέρω, τηρούμαι, έχω συμφωνηθεί, απευθύνομαι σε κπ/κτ, προορίζομαι για κπ/κτ, τελειώνω, επιτρέπεται σε κπ, κάνω αμέσως επιτυχία, κάνω λάθος, μου απαγορεύεται η είσοδος, πνιγμένος, έχω βαρεθεί τη ζωή μου, πρόσεχε!, Πρόσεχε τι εύχεσαι., συνεχίζομαι, είμαι στριμωγμένος, αντιμετωπίζω κπ αυστηρά για το καλό του, κατάγομαι από κπ, είμαι απόγονος, δεν παράγομαι πια, καταλαβαίνω τη νεολαία, εκτελούμαι νόμιμα, ενημερώνομαι κατάλληλα, ισοδυναμώ με κτ, αντιστοιχώ σε κτ, είμαι πιστός σε κπ, είμαι πιστός σε κτ, είμαι κατενθουσιασμένος, ακολουθούμαι από κπ/κτ, ξεσκεπάζομαι, να είσαι φρόνιμος!. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης were

είμαι

intransitive verb (nature)

(βοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.)
My mother is short.
Η μητέρα μου είναι κοντή.

είμαι

intransitive verb (state)

(βοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.)
Barry is ill. // Audrey is hungry. // Tania is right.
Ο Μπάρι είναι άρρωστος.

είμαι

intransitive verb (exist)

(βοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.)
There is a woman of 101 in the house opposite.
Στο απέναντι σπίτι είναι μια γυναίκα 101 ετών.

είμαι, βρίσκομαι

intransitive verb (be located)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The butter is on the table.
Το βούτυρο είναι (or: βρίσκεται) πάνω στο τραπέζι.

είμαι

intransitive verb (event: occur)

(βοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.)
The play is at eight o'clock.
Το έργο είναι στις οχτώ.

είμαι

intransitive verb (equates two noun phrases)

(βοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.)
She is a police officer.
Είναι αστυνομικός.

είμαι

intransitive verb (condition: age)

(βοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.)
Robert is ten years old.
Ο Ρόμπερτ είναι δέκα χρονών.

-

auxiliary verb (with present participle: continuous) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Teresa is eating her dinner at the moment.
Αυτή τη στιγμή, η Τερέζα τρώει το βραδινό της.

-

auxiliary verb (with present participle: future) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
We are playing tennis this weekend.
Θα παίξουμε τένις το σαββατοκύριακο.

-

auxiliary verb (with past participle: passive) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
My wallet was stolen yesterday.
Το πορτοφόλι μου εκλάπη χθες.

κάνω

intransitive verb (cost)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
It is seven dollars.
Κάνει εφτά δολάρια.

πηγαίνω, βρίσκομαι

intransitive verb (have been: go, gone)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I have been to Rome.
Έχω πάει (or: βρεθεί) στη Ρώμη.

να είσαι, να είστε

intransitive verb (imperative) (προστακτική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Be quiet! Be reasonable!

είμαι

intransitive verb (feel)

(βοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.)
I'm dizzy after that rollercoaster ride.

είναι

intransitive verb (time) (γ' πρόσωπο: η ώρα)

(βοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.)
It's half past eight.

κάνει

intransitive verb (weather) (π.χ. κρύο, ζέστη)

(απρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.)
It's cold today; you'll need your hat and gloves.

είμαστε

contraction (colloquial (we are) (β' πληθυντικό του ρήματος είμαι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

είμαι εδώ, είμαι παρών

phrasal verb, intransitive (informal (be present, in the vicinity)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Not many people are about today.

είμαι πιο μπροστά

phrasal verb, intransitive (figurative (have an advantage) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Compared to the UK, Sweden is ahead in terms of employment security.

έρχομαι

phrasal verb, intransitive (informal (arrive)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

έχω επιστρέψει, είμαι πίσω

phrasal verb, intransitive (have returned)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I'm back from camp, did you miss me?

που είναι πολύ διαφορετικός από κτ

expression (informal (very different from)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Life in Canada is a far cry from what she's used to in Haiti.
Η ζωή στον Καναδά δεν έχει καμία σχέση με αυτή που είχε συνηθίσει στην Αϊτή.

μπορώ

verbal expression (can, have the ability to do)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Claire wasn't able to reach the jar on the top shelf.

αφορώ

verbal expression (be on the subject of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My presentation is about the effects of alcohol. This book is about a king who loses his crown.

έτοιμος

verbal expression (on the point of doing)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I was just about to step into the bath when the doorbell rang.
Ετοιμαζόμουν να μπω στην μπανιέρα όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας.

είμαι υπεράνω

verbal expression (figurative (morally superior to)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
He's above lying about such things.

δεν καταλαβαίνω κτ

verbal expression (figurative (too complex for)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
All this talk of economics is above me.

χάνομαι μέσα σε κτ

verbal expression (be integrated, assimilated)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
The police lost sight of Tom when he was absorbed into the crowd.

αναγνωρίζομαι και συμφωνούμαι

verbal expression (terms: be legally agreed)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

συνοδευόμενος από κπ/κτ

verbal expression (go in company with)

συνυπάρχων με μπ/μτ

verbal expression (coexist with)

γνωρίζομαι

(know each other)

(ρήμα μεταβατικό και αλληλοπαθητικό: Φανερώνει ότι η ενέργεια την οποία εκτελούν τα υποκείμενα επιστρέφει στα ίδια τα υποκείμενα, π.χ. αγαπιούνται (=αγαπάνε ο ένας τον άλλον) κλπ. Συχνά ξεκινάει με το πρόθημα αλληλο-)
Are you two already acquainted?
Εσείς οι δύο γνωρίζεστε ήδη;

γνωρίζομαι

verbal expression (know [sb]) (με κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό και αλληλοπαθητικό: Φανερώνει ότι η ενέργεια την οποία εκτελούν τα υποκείμενα επιστρέφει στα ίδια τα υποκείμενα, π.χ. αγαπιούνται (=αγαπάνε ο ένας τον άλλον) κλπ. Συχνά ξεκινάει με το πρόθημα αλληλο-)
Harry, I believe you are acquainted with Miss Forbes?

γνωρίζω

verbal expression (formal (be familiar with [sth]) (κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Audiences in Ancient Greece were acquainted with the idea of a hero having a tragic flaw.

είμαι διασκευή

verbal expression (story, movie: be based on [sth])

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
The film "Invictus" is adapted from a book by John Carlin.

έχω παραλήπτη κπ

verbal expression (mail: be intended for [sb])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
This letter is addressed to you.
Το γράμμα έχει εσένα για παραλήπτη.

αναζητώ κτ/κπ, ψάχνω κτ/κπ

(informal (search for [sth], [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'm after a new service provider; which one would you recommend?

εναντίον, κατά

(oppose)

(πρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.)
Many Americans are against the war.
Πολλοί Αμερικανοί τάσσονται ενάντια στον πόλεμο.

είμαι αδέξιος, είμαι άτσαλος

verbal expression (figurative, informal (be clumsy)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)

είμαι ανάθεμα για κπ, είμαι κατάρα για κπ

verbal expression (be considered abhorrent)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
The newly proposed law is anathema to most small business owners.

εδράζομαι σε κτ

verbal expression (figurative (have a strong link to)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αποτελώ παρελθόν

verbal expression (figurative, informal (no longer be relevant)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Don't worry about that! It's ancient history.

είμαι ενοχλημένος, έχω ενοχληθεί

(irritated, angry) (με κάποιον/κάτι)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
I'm annoyed at my brother for leaving the room in such a mess.
Είμαι εκνευρισμένη (or: θυμωμένη) με τον αδερφό μου που άφησε το δωμάτιο σε τέτοιο χάλι.

αισθάνομαι αγχωμένος για κτ

verbal expression (be nervous about [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Claire is anxious about her appointment with the dentist tomorrow.

ανυπομονώ

verbal expression (be eager)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The avid fans were anxious to meet their favorite author.
Οι φανατικοί θαυμαστές ανυπομονούσαν να συναντήσουν τον αγαπημένο τους συγγραφέα.

φαίνομαι, δείχνω

verbal expression (seem, look)

(βοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.)
Ken appears to be very dedicated to his family.
Ο Κεν φαίνεται (or: δείχνει) ότι είναι πολύ αφοσιωμένος στην οικογένειά του.

φαίνομαι

verbal expression ([sth]: seem) (να κάνω κτ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The rain appears to be easing off.
Η βροχή φαίνεται να σταματά.

αγχώνομαι για κτ

(be nervous about [sth])

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
I'm apprehensive about moving to Japan; I have never lived abroad before.
Αγχώνομαι για τη μετακόμιση στην Ιαπωνία. Δεν έχω ζήσει στο εξωτερικό ποτέ άλλοτε.

είμαι πιστοποιημένος για να εργαστώ

verbal expression (be permitted, qualified to do a job)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πείθομαι

(UK, vulgar, slang (willing to make effort)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I asked him to check it for me but he said he couldn't be arsed.
Του ζήτησα να το τσεκάρει εκ μέρους μου αλλά είπε ότι δεν ψήνεται να το κάνει.

πείθομαι να κάνω κτ

verbal expression (UK, vulgar, slang (willing to make effort)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The story's quite good so far, but I don't think I can be arsed to read the whole thing.
Μέχρι στιγμής η ιστορία είναι αρκετά καλή, αλλά δεν ψήνομαι να τη διαβάσω ολόκληρη.

όπως θα έπρεπε να είναι

adjective (correct, proper)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She completed her inspection and found that everything was as it ought to be.

σε μία ιδανική περίπτωση, σε ένα ιδανικό σενάριο

adverb (in an ideal state)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Her speech gave us a vision of the world as it ought to be.

όπως θα έπρεπε να είναι η κατάσταση

adverb (correct, proper state)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

όπως θα έπρεπε να είναι η κατάσταση

adjective (in a desirable state)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
We felt that the hotel was not as good as it should be for the high price.

όπως έχουν τα πράγματα

adverb (whatever the actual situation)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

ντρέπομαι

verbal expression (feel shame)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
You should be ashamed of yourself for failing that test!

αφομοιώνομαι σε κτ

adjective (be absorbed or integrated into [sth])

Foreigners stand out for a while, but then they are assimilated into the host culture.

συνδεδεμένος, συνδυασμένος

verbal expression (be related to) (με κάτι)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
For many people, Christmas is associated with gifts and shopping.
Για πολλούς, τα Χριστούγεννα είναι συνδεδεμένα με δώρα και ψώνια.

νιώθω άνετα

verbal expression (relaxed)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
I am more at ease when my boss is not in the office.
Νιώθω πιο άνετα, όταν το αφεντικό μου λείπει από το γραφείο.

στέκομαι σε ανάπαυση

verbal expression (not standing at attention)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The troops were at ease on the parade ground.
Τα στρατεύματα στέκονταν σε ανάπαυση στον χώρο της παρέλασης.

ευθύνομαι για κάτι

verbal expression (figurative (be the cause of [sth])

Childhood experiences are often at the bottom of adult complexes.

στους πρόποδες

verbal expression (be at the lowest part of [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The village is at the bottom of the mountain.

δεν συμφωνώ με κπ

adjective (disagreeing)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

δεν συμφωνώ με κτ

adjective (not corresponding)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Your opinion is definitely at variance with the facts.

ενδιαφέρομαι για κτ

verbal expression (interested by: an idea, etc.)

I am attracted to medieval European history; I find it absolutely fascinating.

ενδιαφέρομαι για κπ

verbal expression (sexually drawn to: [sb])

I'm attracted to him, but he does not even know my name.

έλκομαι

verbal expression (physics: drawn to: [sth])

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The positive and negative points of magnets are always attracted to each other.

πτυχίο μηχανικού

noun (initialism (degree: Bachelor of Engineering)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

είμαι κακός σε κτ

verbal expression (unskilled at [sth])

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Why is Britain so bad at tennis?
Γιατί είναι τόσο κακή στο τένις η Βρετανία;

κάνω φαλάκρα, κάνω καράφλα

intransitive verb (lose your hair)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Homer is balding, but he doesn't seem to mind.
Ο Χόμερ κάνει φαλάκρα (or: κάνει καράφλα), αλλά δεν φαίνεται να τον ενοχλεί.

έχω ως βάση, έχω ως έδρα

verbal expression (having work base)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The consultant was based in Miami but worked all over the country.
Ο σύμβουλος είχε ως βάση (or: έδρα) το Μαϊάμι, αλλά εργαζόταν σε ολόκληρη τη χώρα.

έχω ως βάση, έχω ως έδρα

verbal expression (having work base)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Fernando is based at the firm's São Paulo office.
Ο Φερνάντο έχει ως βάση το γραφείο της εταιρείας στο Σάο Πάολο.

στηριζόμενος, βασισμένος

verbal expression (be founded on [sth])

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
His political ideas are based on his conservative beliefs.Ideally, your decision should be based upon sound reasoning.

εκτυλίσσομαι

verbal expression (film: take place)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The movie is based in Seattle, but sometimes episodes take place in Portland.
Η ταινία εκτυλίσσεται στο Σιάτλ, αλλά μερικές φορές τα επεισόδια διεξάγονται στο Πόρτλαντ.

βασισμένος

verbal expression (be adapted from [sth])

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Many movies are based on true stories. The play is based on the novel of the same name.

συμφέρω

verbal expression (represent good value, be cheap)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The gloves are a bargain at just £5 a pair.

συμφωνώ

verbal expression (transaction: be agreed)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
That's a deal!

είμαι μπελάς

verbal expression (informal, figurative (child: be difficult, badly-behaved)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
That boy is a real handful.

αντιμετωπίζω κτ σαν άντρας

verbal expression (figurative (male: show strength)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You have to be a man about this, and admit that you made a mistake.

μεγαλώνω

verbal expression (male: reach adulthood)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Dan's young son wants to be an astronaut when he is a man.

ανήκω σε κτ

verbal expression (be involved)

At school, he was part of the football team.

είμαι εμπόδιο

verbal expression (figurative (hinder progress)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
The issue proved to be a stumbling block during the peace talks.

επιτυγχάνω τελεσφορώ

verbal expression (achieve popularity)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The chocolate cake was a real success with the guests.

γίνεται χαμός, γίνεται πανικός

verbal expression (slang, figurative (be great fun) (μτφ, αργκό)

(απρόσωπη έκφραση: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. φαίνεται ότι, έχει συννεφιά κλπ.)
I can't wait for this weekend, it will be a total blast!
Ανυπομονώ να έρθει το Σαββατοκύριακο, θα γίνει χαμός!

είμαι συνηθισμένος σε

verbal expression (be familiar with [sth])

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I grew up in India, so I am accustomed to spicy food.
Μεγάλωσα στην Ινδία κι έτσι είμαι συνηθισμένη στο πικάντικο φαγητό.

είμαι συνηθισμένος στο να κάνω κτ, έχω συνηθίσει να κάνω κτ

verbal expression (be used to doing [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ξέρω

(informal (be informed about)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

τηρούμαι

intransitive verb (not be deviated from)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
These rules and regulations must be adhered to at all times, or you will face discharge.

έχω συμφωνηθεί

verbal expression (be decided)

It seems we are all agreed on the need for health care reform, but we differ totally on how to implement it.

απευθύνομαι σε κπ/κτ, προορίζομαι για κπ/κτ

verbal expression (be intended for)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
This series of videos is aimed at preschool-aged children.
Αυτή η σειρά βίντεο προορίζεται για παιδιά προσχολικής ηλικίας.

τελειώνω

verbal expression (informal (be finished, ended)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The battle was all over in less than three hours.
Η μάχη είχε τελειώσει σε λιγότερο από τρεις ώρες.

επιτρέπεται σε κπ

verbal expression (have permission to)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
If you do not have your passport, you will not be allowed to enter the country. Once they had finished their exams, the students were allowed to leave.
Αν δεν έχεις το διαβατήριό σου, δεν θα σου επιτραπεί να μπεις στην χώρα. Μόλις τέλειωσαν τα διαγωνίσματα τους, επετράπη στους σπουδαστές να φύγουν.

κάνω αμέσως επιτυχία

verbal expression (be immediately popular)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The TV show proved to be an instant success.

κάνω λάθος

verbal expression (figurative, informal (be mistaken)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μου απαγορεύεται η είσοδος

intransitive verb (be banned from entering)

He has been barred from his local pub because he was involved in a fight there a few months ago.
Του απαγορεύτηκε η είσοδος στην τοπική παμπ γιατί έμπλεξε σε καβγά πριν μερικούς μήνες.

πνιγμένος

verbal expression (figurative (encumbered or oppressed) (μτφ: σε κτ ή με κτ)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
The lawyer was bogged down in paper work.

έχω βαρεθεί τη ζωή μου

verbal expression (figurative, informal (be extremely bored) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πρόσεχε!

interjection (be cautious, prudent)

Be careful! You don't know what's out there!
Πρόσεχε! Δεν ξέρεις τι υπάρχει εκεί έξω.

Πρόσεχε τι εύχεσαι.

verbal expression ([sth] desirable may have drawbacks)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

συνεχίζομαι

verbal expression (be continued or perpetuated)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
After all these years, the business is still being carried on by the founder's great-great-grandson.

είμαι στριμωγμένος

verbal expression (informal (have little space)

Our house is so full of junk that we are cramped for room.

αντιμετωπίζω κπ αυστηρά για το καλό του

verbal expression (act harshly in order to help [sb])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Sometimes you have to be cruel to be kind when teaching children how to behave properly.

κατάγομαι από κπ

verbal expression (human: have as ancestor)

The family is descended from Prince Axel of Denmark and Princess Margaretha of Sweden.

είμαι απόγονος

verbal expression (have evolved from) (με γενική)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
The domestic dog is descended from the wolves of Europe and Asia.

δεν παράγομαι πια

intransitive verb (no longer be manufactured)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I'm sorry, ma'am; that model of refrigerator has been discontinued. Let me show you our new ones.
Λυπάμαι κυρία, αυτός ο τύπος ψυγείου δεν παράγεται πια. Αφήστε με να σας δείξω τα καινούρια.

καταλαβαίνω τη νεολαία

verbal expression (informal (know about youth trends)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Dad thinks he's down with the kids; it's so embarrassing!

εκτελούμαι νόμιμα

verbal expression (carried out according to law)

ενημερώνομαι κατάλληλα

verbal expression (be notified of [sth])

When he was arrested, Gary was duly informed of his rights by the policeman.

ισοδυναμώ με κτ

verbal expression (be the same as)

What you just did is equivalent to stealing.

αντιστοιχώ σε κτ

verbal expression (equal, equate to)

A litre is equivalent to 0.264 US gallons.

είμαι πιστός σε κπ

verbal expression (not cheat sexually on)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I will only stay with my boyfriend if he is faithful to me.
Θα μείνω με το αγόρι μου μόνο αν μου είναι πιστός.

είμαι πιστός σε κτ

verbal expression (adhere closely to)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Try to be faithful to your principles.

είμαι κατενθουσιασμένος

expression (feel very enthusiastic)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ακολουθούμαι από κπ/κτ

verbal expression (precede, come before)

The calm is always followed by the storm.
Η γαλήνη ακολουθείται πάντα από την καταιγίδα.

ξεσκεπάζομαι

intransitive verb (have one's crime discovered) (μτφ, καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Collins was found out because his fingerprints were discovered at the scene of the crime.

να είσαι φρόνιμος!

interjection (do not misbehave) (παιδί)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του were στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του were

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.