Τι σημαίνει το one στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης one στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του one στο Αγγλικά.

Η λέξη one στο Αγγλικά σημαίνει ένα, ένα, ένας, ο ένας, ένας, κανένας, ο κάθε, ένας, μόνος, μοναδικός, μία, ενός, ένα, άσος, του ενός, αυτό, -, αδελφή ψυχή, αδερφή ψυχή, η πρώτη, την πρώτη, η πρώτη, την πρώτη, αυτός, κανείς, που συνηθίζει να κάνει κάτι, δύσκολη περίπτωση, δύσκολος, πρώτης ποιότητας, όλοι για έναν, όλα το ίδιο, όλα σε ένα, ολόσωμη φόρμα, άλλο ένα, ακόμα ένα, άλλο ένα, ακόμα ένα, οποιοσδήποτε, όποιος να'ναι, οποιοσδήποτε, όποιος να'ναι, σαν ένα, μαζί, ομόφωνα, σαν ένα, μαζί, ομόφωνα, ανά πάσα στιγμή, στη μία η ώρα, σε μία συγκεκριμένη φάση, σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή, κάποτε, ταυτόχρονα, σε αρμονία, χιλιάρικο, δισεκατομμύριο, ένα δισεκατομμύριο, ένα δισεκατομμύριο, ένα δισεκατομμύριο, τρισεκατομμύριο, δισεκατομμύριο, ευλογημένος, δεν τα προλαβαίνω όλα, εκλεκτός, Ελάτε!, αλληλοσυμπληρώνομαι, αγαπημένα πρόσωπα, αγαμημένε μου, δώδεκα, δώδεκα, δώδεκα, όλοι, καθένας, όγδοο, πέμπτο, κατά το ένα-πέμπτο, ένα πεντηκοστό, διαδέχονται ο ένας τον άλλο, πρώτα απ' όλα, τέταρτο, ένα τέταρτο, γνωρίζομαι καλύτερα, ξεσπάω, πάω ένα βήμα παραπέρα, Καλό!, μισό, απίστευτος, πάρα πολύς, αλληλοβοηθούμαι, hole in one, εκατό, εκατό, εκατό, εκατό φορές, εκατοστό, προσωπικά, με τη μία, ακέραιος, άθικτος, ανέπαφος, μονολεκτικά, μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, την αμολάω, την αμολάω, παιδί, παιδάκι, παιδιά, παιδάκια, αγαπημένο πρόσωπο, φτιαγμένος ο ένας για τον άλλο, πλασμένος ο ένας για τον άλλο, εκατομμύριο, εκατομμύριο, ένα εκατομμύριο, εκατομμύριο, εκατομμυριοστός, πάνω από ένας, πάνω από ένας, μικρέ μου, μικρή μου, πολύ ωραία, ενενήντα ένας, ενενήντα ένα, ενενήντα ενός, ένατο, κανένας, κανείς, κανένας άλλος, κανείς άλλος, καθόλου, κανείς, ο αριθμός ένα, νούμερο ένα επιτυχία, ο εαυτούλης μου, η πάρτη μου, το νούμερο ένα, αγαπημένος, ξεκάρφωτος, άσχετος, από τη μία, από μία άποψη, σε μία συγκεκριμένη περίπτωση, σε μία συγκεκριμένη περίπτωση, από τη μία πλευρά, από τη μία πλευρά, από τη μία... από την άλλη. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης one

ένα

noun (cardinal number: 1)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She can already count from one to ten.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αντικατέστησε τη μεταβλητή με μονάδα για να έχεις το επιθυμητό αποτέλεσμα.

ένα

noun (symbol for number 1)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The golfer wrote a one on her score card.

ένας

adjective (1 in number)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I only need one onion for this recipe.
Χρειάζομαι μόνο ένα κρεμμύδι για αυτήν τη συνταγή.

ο ένας

pronoun (single: item)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
One of the books costs twice as much as the other.
Το ένα βιβλίο κοστίζει δύο φορές όσο το άλλο.

ένας

pronoun (single: group member)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
The taxi will only take four passengers; one of us will have to walk.
Το ταξί παίρνει μόνο τέσσερις επιβάτες. Ο ένας από εμάς θα πρέπει να περπατήσει.

κανένας

pronoun (formal (I, we: impersonal)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
One doesn't like to criticize, but it's rather unattractive.
Κανείς δεν θέλει να κριτικάρει, αλλά αυτό είναι αποκρουστικό.

ο κάθε

adjective ([sth], [sb] unspecified)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
One car looks pretty much like another to me.
Κάθε αυτοκίνητο μου μοιάζει λίγο πολύ με το άλλο.

ένας

adjective (the same)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There should be one law for everyone in the land.
Θα έπρεπε να υπάρχει μια νομοθεσία για όλους στη χώρα.

μόνος, μοναδικός

adjective (unique)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
My manager is the one person who can operate this system.

μία

noun (time: 1 o'clock)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
It's already one; how am I ever going to finish everything today?

ενός

adjective (1 year of age)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Tragically, the elephant died when it was only one.

ένα

noun (single unit)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The odds are ten to one against him.

άσος

noun (1 pip on a die)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I rolled a one and a two and lost the game.

του ενός

noun (banknote: £1, $1) (χαρτονόμισμα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I have a ten and three ones.
Έχω ένα δεκάρικο και τρία δολάρια.

αυτό

noun (joke)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
When I told the one about the horse and the bar, nobody laughed.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτό με τον Τοτό το ξέρεις;

-

noun (particular item) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
I don't like the blue sweater; I prefer the red one.
Δεν μου αρέσει το μπλε πουλόβερ. Προτιμώ το κόκκινο.

αδελφή ψυχή, αδερφή ψυχή

noun (soulmate, true love) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Christine believed Richard was the one, but he dumped her in the end.
Η Κριστίν πίστευε ότι ο Ρίτσαρντ ήταν η αδελφή ψυχή της. Στο τέλος, όμως, αυτός την παράτησε.

η πρώτη, την πρώτη

noun (US, written (first day of specified month) (του μήνα)

In many countries, it's traditional to play pranks on each other on April 1.

η πρώτη, την πρώτη

noun (mainly UK, written (first day of specified month) (του μήνα)

My date of birth is 1 June 1990.

αυτός

pronoun (specific person)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Jackie's the one I love.

κανείς

pronoun (formal (+ who: unspecified person)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
One should always take care not to offend others.

που συνηθίζει να κάνει κάτι

noun (informal (person: does [sth] frequently)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He's a great one for telling stories.

δύσκολη περίπτωση

noun (informal ([sb] difficult) (καθομιλουμένη)

Mark is a hard one; you never know what he is thinking.

δύσκολος

noun (informal ([sb] cold, severe) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The boss is a hard one; he is very strict.

πρώτης ποιότητας

adjective (informal (excellent, top quality)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
The customer service at the store is A-1 quality.

όλοι για έναν

interjection (expressing solidarity)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

όλα το ίδιο

adjective (the same thing)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Whatever way you choose, it's all one.
Όποιο δρόμο και να διαλέξεις, όλοι το ίδιο είναι.

όλα σε ένα

adjective (combined, comprehensive)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My printer is an all-in-one; it prints, scans, and photocopies.

ολόσωμη φόρμα

noun (UK (bodysuit, catsuit)

Gloria was wearing an all-in-one.

άλλο ένα, ακόμα ένα

noun (one more)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The muffins were delicious, so I ate another one.

άλλο ένα, ακόμα ένα

noun (a different one)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I lost my teddy bear so my parents bought me another one.

οποιοσδήποτε, όποιος να'ναι

pronoun (no matter which one)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Just take any one. It doesn't matter which.
Πάρε όποιο να' ναι. Δεν έχει σημασία ποιο.

οποιοσδήποτε, όποιος να'ναι

adjective (no matter which)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Any one of those cakes will surely be delicious.
Οποιοδήποτε από αυτά τα κέικ θα είναι σίγουρα νοστιμότατο.

σαν ένα, μαζί, ομόφωνα

adverb (together, in unison)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The bride and groom stepped out of the church as one.

σαν ένα, μαζί, ομόφωνα

adverb (in agreement)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The committee members agreed as one to approve the plan.

ανά πάσα στιγμή

expression (any point in time)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
At any one time, there are numerous children suffering from rare illnesses.

στη μία η ώρα

adverb (at one o'clock)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
We went for lunch at one.

σε μία συγκεκριμένη φάση, σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή

adverb (at a given moment)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
At one point, I thought we might even get married.

κάποτε

expression (once, at some point in the past)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
At one time you were allowed to buy milk straight from the farmer.

ταυτόχρονα

expression (at once: simultaneously)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I was trying to do three things at one time, and failed the three.

σε αρμονία

adjective (in agreement with, at peace with)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
After I meditate, I feel at one with the world.

χιλιάρικο

(one-thousand-dollar bill)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

δισεκατομμύριο

noun (invariable (cardinal number: thousand million)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I bet you can't count to two billion!
Στοίχημα ότι δεν μπορείς να μετρήσεις μέχρι το δύο δισεκατομμύρια!

ένα δισεκατομμύριο

adjective (invariable (one thousand million in number, 10^9)

One celebrity donated one billion dollars to charity last year.
Ένας διάσημος δώρησε ένα δισεκατομμύριο δολάρια για φιλανθρωπίες πέρυσι. Υπάρχουν επτά δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο.

ένα δισεκατομμύριο

pronoun (invariable (people, things: thousand million, 10^9)

The world's population is predicted to go up by a billion over the next decade.

ένα δισεκατομμύριο

noun (invariable (thousand million pounds or dollars, 10^9)

The profits last year topped one billion. The government has pledged two billion to finance a new sports stadium.
Τα περσινά κέρδη ξεπέρασαν το ένα δισεκατομμύριο. Η κυβέρνηση έχει υποσχεθεί δύο δισεκατομμύρια λίρες για τη χρηματοδότηση ενός νέου γηπέδου.

τρισεκατομμύριο

adjective (UK, dated (million million in number)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There are thought to be a billion bacteria in the human intestine.

δισεκατομμύριο

noun (UK, dated (million million)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Max thinks he can easily make a billion and retire early.

ευλογημένος

noun (religion: saint)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
After the birth of Christ, Mary became known as the Blessed One.

δεν τα προλαβαίνω όλα

verbal expression (US, informal (have too many obligations) (καθομιλουμένη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I can't be in all places at one time so someone will have to help me.

εκλεκτός

noun (person: specially selected)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Only the chosen one can save the world.

Ελάτε!

interjection (exhorting all to attend)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
The loudspeakers shouted out "Come one, come all, to see the circus."

αλληλοσυμπληρώνομαι

verbal expression (be well matched)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Liz and Brian are very different, but as a couple, they complement one another.

αγαπημένα πρόσωπα

plural noun (family, friends) (κύκλος φίλων, οικογένειας)

Moving to find work would have meant leaving her dear ones.
Η μετακόμισή της προκειμένου να βρει δουλειά θα σήμαινε ότι έπρεπε να αφήσει πίσω τα αγαπημένα της πρόσωπα.

αγαμημένε μου

interjection (written (term of affection)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We all wish you good luck, dear one.

δώδεκα

noun (invariable (twelve)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A dozen plus 10 makes 22.
Δώδεκα συν 10 κάνει 22.

δώδεκα

adjective (invariable (twelve)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
If you're going to the shop, could you get me two dozen eggs?
Αν πας στο μαγαζί, μπορείς να μου πάρεις δύο δωδεκάδες αυγά;

δώδεκα

pronoun (invariable (people, things: 12 of them)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The old lady had lots of cats; I'd say she had at least a dozen.
Η ηλικιωμένη κυρία είχε πολλές γάτες. Θα έλεγα ότι είχε τουλάχιστον μια δωδεκάδα.

όλοι

pronoun (all)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Each and every one filed in and sat down.

καθένας

pronoun (every individual one)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Each one of them is different. Examine each one in turn.
Καθένας είναι διαφορετικός.

όγδοο

noun (fraction: 8th part) (κλάσμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Cut the pie into eighths.

πέμπτο

noun (fraction: 5th part, 20 per cent)

Only a fifth of people with hearing problems wear hearing aids.
Μόνο το ένα πέμπτο των ατόμων με προβλήματα ακοής φορά ακουστικά.

κατά το ένα-πέμπτο

adverb (extent: 1/5)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Our apartment block is one-fifth empty.

ένα πεντηκοστό

noun (fraction: 50th part)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

διαδέχονται ο ένας τον άλλο

verbal expression (come one after the other)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The goals quickly followed one another in the second half of the game.

πρώτα απ' όλα

expression (informal (the first reason is)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
No, you can't go out! For one thing, you can't afford it.

τέταρτο

noun (fraction: fourth part, quarter)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A fourth of the company's profits are donated to a charity.
Ένα τέταρτο από τα έσοδα της εταιρείας γίνεται δωρεά για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

ένα τέταρτο

adverb (US (extent: 1/4, a quarter)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Seven is a fourth of 28.

γνωρίζομαι καλύτερα

verbal expression (become better acquainted)

The two men got to know each other while they were both at college.

ξεσπάω

verbal expression (UK, slang (rant)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Brett went off on one about the amount of money it had cost to get the car repaired.

πάω ένα βήμα παραπέρα

verbal expression (figurative (do [sth] more extreme) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
This year the team went one step further and won both domestic cup competitions.

Καλό!

interjection (informal (expressing approval of a joke)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μισό

noun (fraction: 50 per cent)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
All of these groups combined add up to half.
Όλες αυτές οι ομάδες μαζί αποτελούν το μισό.

απίστευτος

noun (slang, euphemism (intensifier)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
That was a heck of a thunderstorm.
Ήταν μια απίστευτη καταιγίδα.

πάρα πολύς

expression (extreme example)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αλληλοβοηθούμαι

verbal expression (assist each other)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The students formed study groups, to help one another prepare for the exams.

hole in one

noun (golf: one stroke) (όρος του γκολφ)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
At 103 years old, Gus Andreone is the oldest golfer to ever record a hole in one.

εκατό

noun (invariable (cardinal number: 100)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She lost count just after a hundred.
Έχασε το μέτρημα λίγο μετά το εκατό.

εκατό

pronoun (invariable (people, things: 100 of them)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
I wonder how many people are here? I'd guess a hundred.

εκατό

expression (figurative (very many) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

εκατό φορές

adverb (by a hundred, 100 times)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
The value of their investment has increased a hundredfold over the past 30 years.

εκατοστό

noun (fraction: 100th part)

The profits are one hundredth of what we predicted. The horse won the race by two hundredths of a second.

προσωπικά

expression (personally, in contrast to others)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Well, I for one enjoy classical music, even if none of my friends do.

με τη μία

expression (in a single fast action)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Pests or disease can wipe out the entire crop in one fell swoop.

ακέραιος, άθικτος, ανέπαφος

expression (intact, unharmed)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The driver was lucky to survive the crash in one piece.

μονολεκτικά

adverb (in summary)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
How was the movie? In one word, awful.

μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια

verbal expression (informal, figurative (do 2 things at once)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I can stop by your house on the way to the grocery store, so I'll kill two birds with one stone.

την αμολάω

verbal expression (UK, slang, figurative (pass intestinal gas) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Did you just let one off?

την αμολάω

verbal expression (slang (pass intestinal gas) (αργκό: αερίζομαι)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Paul raised a butt cheek and let one rip.

παιδί, παιδάκι

noun (affectionate term: small child)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Eight o'clock is bedtime for the little one.

παιδιά, παιδάκια

plural noun (small chlidren)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Be quiet! The little ones are napping!

αγαπημένο πρόσωπο

noun (often plural (close family member or friend)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The loss of a loved one is hard to bear.

φτιαγμένος ο ένας για τον άλλο, πλασμένος ο ένας για τον άλλο

verbal expression (informal, figurative (be ideally suited to each other) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
What a lovely couple; they're made for each other. Those two business partners are equally nasty; they're made for one another.

εκατομμύριο

noun (invariable (cardinal number: 1,000,000)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Three million is a very big number.
Το τρία εκατομμύρια είναι πολύ μεγάλος αριθμός.

εκατομμύριο

noun (invariable (sum: 1,000,000 pounds or dollars)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The movie star's house cost around three million.

ένα εκατομμύριο

adjective (invariable (1,000,000 in number)

Some houses cost a million dollars or more.
Κάποια σπίτια κοστίζουν ένα εκατομμύριο δολάρια ή και παραπάνω.

εκατομμύριο

pronoun (invariable (people, things: 1,000,000 of them)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I'm not sure exactly how many subscribers he has, but it's at least a million.

εκατομμυριοστός

noun (fraction: 1,000,000th part)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

πάνω από ένας

noun (a number greater than one)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He says he has only had one beer, but the way he is behaving, it looks like he's had more than one.

πάνω από ένας

adjective (greater than one: of [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We will need more than one table as there are 12 people coming to dinner.

μικρέ μου, μικρή μου

interjection (affectionate term for a child)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Come here, my little one, and I'll tell you a story.

πολύ ωραία

interjection (UK, informal (expressing congratulations or admiration)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
You won the lottery? - nice one, mate!

ενενήντα ένας

adjective (91 of [sth])

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There are ninety-one items on the price list.

ενενήντα ένα, ενενήντα ενός

adjective (91 years old)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
My grandmother is ninety-one.

ένατο

noun (fraction: 9th part)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Can you cut a pie into ninths?

κανένας, κανείς

pronoun (not one person)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Peter threw a party, but nobody showed up. I thought I heard someone, but there was no one there.
Ο Πήτερ έκανε ένα πάρτι, αλλά κανείς δεν πήγε. Νόμισα ότι άκουσα κάποιον, αλλά δεν ήταν κανείς.

κανένας άλλος, κανείς άλλος

pronoun (not any other person)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)

καθόλου

adverb (informal (not at all)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Am I bothered about missing the show? Not a bit. I'm not a bit worried about this exam because I've revised really hard for it.

κανείς

expression (not one from a group)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Jackie tried on several dresses, but not a single one was the right size.

ο αριθμός ένα

noun (numeral, cardinal number: 1)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Please look at paper number one in your packet.

νούμερο ένα επιτυχία

noun (song: biggest-selling) (μουσική)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It made number one on the charts in the first week.
Έγινε νούμερο ένα επιτυχία στα τσαρτ από την πρώτη εβδομάδα.

ο εαυτούλης μου, η πάρτη μου

noun (slang, dated (oneself) (αργκό, παλαιό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Take care of number one.
Πρόσεχε την πάρτη σου.

το νούμερο ένα

noun as adjective (leading, most successful) (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
For a long time, Ford was the number one automaker in America.

αγαπημένος

noun as adjective (favorite)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Ron is my number one person.

ξεκάρφωτος, άσχετος

noun ([sth] or [sb] that does not belong)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Study the people in the photo for 15 seconds then tell me which is the odd one out.

από τη μία, από μία άποψη

adverb (from one point of view)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
On one hand, the restaurant serves excellent food, but on the other, it's very expensive.
Το εστιατόριο σερβίρει από τη μία έξοχο φαγητό, αλλά από την άλλη είναι πολύ ακριβό.

σε μία συγκεκριμένη περίπτωση

expression (at one particular time)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
On one occasion, Taylor scored six goals in one game.

σε μία συγκεκριμένη περίπτωση

expression (once)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I've only been to Liverpool on one occasion.

από τη μία πλευρά

adverb (unilaterally)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We are all on one side.

από τη μία πλευρά

adverb (on one surface only)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
An image of George Washington can be found on one side of a US dollar bill.

από τη μία... από την άλλη

adverb (figurative (comparing points of view)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
On the one hand, it would be quicker to fly to Manchester; on the other, it would be more expensive than the train.
Από τη μία θα ήταν πιο γρήγορο να πετάξουμε στο Μάντσεστερ, από την άλλη θα ήταν πιο ακριβό από το τρένο.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του one στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του one

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.