Τι σημαίνει το whip στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης whip στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του whip στο Αγγλικά.

Η λέξη whip στο Αγγλικά σημαίνει μαστίγιο, καμουτσίκι, καμτσίκι, μαστιγώνω, χτυπάω, χτυπώ, υπεύθυνος κομματικής πειθαρχίας, αμαξάρα, κατατροπώνω, ξεπετάω, βγάζω κτ ξαφνικά, δημιουργώ, παράγω, ετοιμάζω κτ στο άψε σβήσε, φτιάχνω κτ στο άψε σβήσε, φτιάχνω κτ στα γρήγορα, ετοιμάζω κτ στα γρήγορα, καμουτσίκι, καμτσίκι, υπεύθυνος κομματικής πειθαρχίας, υπεύθυνη κομματικής πειθαρχίας, διευθύνω με το μαστίγιο, καμτσίκι, χτυπάω (κάποιον) με την κάννη του όπλου, τραβάω απότομα, τραβάω γρήγορα, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, απομακρύνω, φτιάχνω κτ στα γρήγορα, χτυπάω κτ με το μαστίγιο, γυρίζω γρήγορα, τελειώνω γρήγορα, χτυπάω, κατενθουσιάζω, κατενθουσιάζω, πριόνι, αυξομείωση, βάζω σε δίλλημα, πριονίζω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης whip

μαστίγιο

noun (cane, lash for punishment)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The bosun used his whip to discipline the sailors.

καμουτσίκι, καμτσίκι

noun (crop: flexible rod for hitting)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The jockey raised his whip, urging the horse onwards.
Ο ιππέας σήκωσε το καμουτσίκι του ωθώντας το άλογο να προχωρήσει.

μαστιγώνω

transitive verb (beat, flog a person, animal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The cart driver whipped the horse to make it go faster. The slave owner whipped the slave for disobedience.
Ο οδηγός του κάρου καμτσίκωσε το άλογο για να το κάνει να πάει πιο γρήγορα.

χτυπάω, χτυπώ

transitive verb (whisk [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Elizabeth whipped some cream to go with the dessert.
Η Ελισάβετ χτύπησε λίγη σαντιγί για να συνοδεύσει το επιδόρπιο.

υπεύθυνος κομματικής πειθαρχίας

noun (politics: party official)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The whip ensured that members would be present for the vote.
Ο υπεύθυνος κομματικής πειθαρχίας εξασφάλισε ότι τα μέλη θα ήταν παρόντα για την ψηφοφορία.

αμαξάρα

noun (slang (expensive car) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κατατροπώνω

transitive verb (informal, figurative (defeat [sb]: at sport, etc.)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The other team really whipped us today!

ξεπετάω

phrasal verb, transitive, separable (informal (produce quickly) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The traffic warden whipped out his pad and wrote me a parking ticket.

βγάζω κτ ξαφνικά

phrasal verb, transitive, separable (informal (produce suddenly or unexpectedly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The conjuror whipped a rabbit out of his hat.
Ο ταχυδακτυλουργός έβγαλε ξαφνικά ένα κουνέλι από το καπέλο του.

δημιουργώ, παράγω

phrasal verb, transitive, separable (generate, stir up) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The tabloids are whipping up a fuss about immigration.
Οι λαϊκές εφημερίδες δημιουργούν θόρυβο για το θέμα της μετανάστευσης.

ετοιμάζω κτ στο άψε σβήσε, φτιάχνω κτ στο άψε σβήσε

phrasal verb, transitive, separable (produce rapidly or ingeniously)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Elizabeth whipped up a costume for the fancy dress party out of a few pieces of old material she had in a drawer.
Η Ελίζαμπεθ ετοίμασε στο άψε σβήσε μια στολή για το κυριλέ πάρτυ μασκέ από μερικά παλιά υφάσματα που είχε στο συρτάρι.

φτιάχνω κτ στα γρήγορα, ετοιμάζω κτ στα γρήγορα

phrasal verb, transitive, separable (informal, figurative (food: cook or prepare rapidly)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You just sit there and I'll whip up some breakfast for us.

καμουτσίκι, καμτσίκι

noun (historical (horsewhip)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
In the old days, horse-drawn carriage drivers always carried buggy whips.

υπεύθυνος κομματικής πειθαρχίας, υπεύθυνη κομματικής πειθαρχίας

noun (politics: head of whip system)

διευθύνω με το μαστίγιο

verbal expression (figurative (be strict with workers)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Your lazy employees will never change unless you start cracking the whip.
Οι τεμπέληδες υπάλληλοί σου δε θα αλλάξουν ποτέ, εκτός αν αρχίσεις να τους διευθύνεις με το μαστίγιο.

καμτσίκι

noun (riding crop)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χτυπάω (κάποιον) με την κάννη του όπλου

transitive verb (beat [sb] with a firearm)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τραβάω απότομα, τραβάω γρήγορα

(remove quickly)

Glenn whipped away the table cloth, leaving all the crockery and cutlery undamaged.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

(hunting)

απομακρύνω

(remove quickly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

φτιάχνω κτ στα γρήγορα

(create quickly)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He whipped off a sketch that looked just like her.

χτυπάω κτ με το μαστίγιο

(animal: hit to make move)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

γυρίζω γρήγορα

(quickly turn around)

τελειώνω γρήγορα

(rapidly go through [sth])

That new translator is great; she really whips through the projects we give her.

χτυπάω

(thicken with a whisk)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I took me a long time to whip the egg whites up into a meringue.
Μου πήρε αρκετή ώρα να χτυπήσω τα ασπράδια σε μαρέγκα.

κατενθουσιάζω

verbal expression (informal, figurative (enrage, overexcite) (θετικό συναίσθημα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κατενθουσιάζω

verbal expression (informal, figurative (enrage, overexcite) (θετικό συναίσθημα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The politician's speech whipped the crowd up into a frenzy of excitement.

πριόνι

noun (two-person saw)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

αυξομείωση

noun (figurative (movement in opposite directions) (οικονομικός όρος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

βάζω σε δίλλημα

transitive verb (figurative (pull in opposite directions) (κάποιον άλλο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πριονίζω

transitive verb (saw with a whipsaw)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του whip στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του whip

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.