Τι σημαίνει το yourself στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης yourself στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του yourself στο Αγγλικά.

Η λέξη yourself στο Αγγλικά σημαίνει ο εαυτός σου, ο εαυτός σου, μόνος σου, εσύ ο ίδιος, ο εαυτός σου, κάνω, παραδίδομαι σε κτ, αποσύρομαι, αποσύρομαι από κτ, απουσιάζω από κτ, λείπω από κτ, εξοικειώνομαι, προσαρμόζομαι, συνηθίζω να κάνω κτ, προσαρμόζομαι, συνηθίζω να κάνω κτ, συμφωνώ με κπ/κτ, όλος δικός μου, επίτρεψε στον εαυτό σου, δώσε στον εαυτό σου, διασκεδάζω, συγκεντρώνομαι, προσπαθώ, αφοσιώνομαι σε κτ, αφιερώνομαι σε κτ, ντρέπομαι, υψώνω το ανάστημά μου, λέω/εκφράζω την άποψή μου, σιγουρεύομαι, βεβαιώνομαι, κολλάω σε κπ/κτ, συνδέομαι με κτ, σχετίζομαι με κτ, εκμεταλλεύομαι, το να είσαι σωστός με τον εαυτό σου, είμαι άνετος, φέρομαι, συμπεριφέρομαι, τα βάζω με τον εαυτό μου, χτυπιέμαι, κάτσε φρόνιμα, κάτσε όμορφα, τρελαίνομαι, τρελαίνομαι, ξυπνάω, ξυπνώ, προδίδω τον εαυτό μου, μορφώνομαι, καλυτερεύω την κατάσταση για εμένα, προετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι, προετοιμάσου, ετοιμάσου, κρατήσου, προετοιμάζομαι, ετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι για κτ, ετοιμάζομαι για κτ, ετοιμάσου, υποχρεώνω τον εαυτό μου να κάνει κτ, βάζω τον εαυτό μου να κάνει κτ, φορτώνομαι, φορτώνομαι, επιβαρύνομαι, χάνομαι σε κτ, βυθίζομαι σε κτ, αφιερώνομαι σε κτ, μόνος σου, χωρίς βοήθεια, ηρέμησε, χαλάρωσε, καμουφλάρομαι, στέκομαι, βρίσκω την θέση μου, βρίσκω τον ρόλο μου σε κτ, συγκεντρώνομαι, κρύβομαι σε κτ, περιβάλλομαι από κτ, ηρεμώ, συγκεντρώνομαι, σύνελθε, συμμορφώσου, ηρεμώ, συνέρχομαι, κρύβομαι, ανησυχώ, ανησυχώ για κτ, συμπεριφέρομαι, φέρομαι, συμπεριφέρομαι, φέρομαι, αυτοσυγχαίρομαι, συστρέφομαι, συγκρατούμαι, συγκρατούμαι, γιατρεύομαι από κτ, αυταπατώμαι, αυτοανακηρύσσομαι, αυτοαποκαλούμαι, δηλώνω, δηλώνω εναντίον, αφοσιώνομαι σε κτ, υπερασπίζομαι τον εαυτό μου, τρέφω αυταπάτες και κάνω κτ, αποσπώμαι, απομακρύνομαι, αφιερώνομαι, αφοσιώνομαι, αφιερώνομαι, αφοσιώνομαι, διαχωρίζω τη θέση μου, μαζεύω όλες μου τις δυνάμεις, συλλέγω όλες μου τις δυνάμεις, έχω αυτοπειθαρχεία, συγκρατούμαι, χάνω φερεγγυότητα, απεμπλέκομαι από κτ, ξεμπερδεύω με κτ, εξευτελίζομαι, περνώ ευχάριστα την ώρα μου, περνάω καλά, αποστασιοποιούμαι, αποστασιοποιούμαι, απομονώνομαι από κτ/κπ, απομακρύνομαι από κτ/κπ, αποστασιοποιούμαι από κτ/κπ, αποστασιοποιούμαι από κτ/κπ, διακρίνομαι, Κάν' το μόνος σου, Φτιάξ' το μόνος σου, κάνω κτ για τον εαυτό μου, κάνω κτ για μένα, κάνω κάτι για τον εαυτό μου, κάνω κάτι για μένα, τα πάω καλά, ζημιώνω, βλάπτω, βλάπτω τον εαυτό μου. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης yourself

ο εαυτός σου

pronoun (you: singular, with reflexive verbs)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Stop looking at yourself in the mirror all the time. Make sure you take care of yourself.
Σταμάτα να κοιτάζεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη όλη την ώρα.

ο εαυτός σου

pronoun (you: after as, than, but)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
There's nobody here but yourself.
Δεν είναι κανείς εδώ εκτός από σένα.

μόνος σου

pronoun (on your own, without assistance)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Please do your homework yourself.
Σε παρακαλώ κάνε μόνος σου τα μαθήματά σου.

εσύ ο ίδιος

pronoun (you: singular, for emphasis) (εμφατικός τύπος)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You, yourself, said that it was too difficult to do.
Εσύ ο ίδιος είπες ότι παραείναι δύσκολο.

ο εαυτός σου

pronoun (figurative (your normal self)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
You don't seem yourself today. What's up?
Δεν είσαι ο εαυτός σου σήμερα. Τι συμβαίνει;

κάνω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (career, etc.: build up) (καριέρα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She's succeeded in carving out a nice career for herself in marketing.
Κατάφερε να κάνει καλή καριέρα στο μάρκετινγκ.

παραδίδομαι σε κτ

verbal expression (surrender to [sth]: desires, etc.) (μεταφορικά: π.χ. σε απολαύσεις)

αποσύρομαι

transitive verb and reflexive pronoun (leave)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I started feeling unwell at the party, so I absented myself.

αποσύρομαι από κτ

verbal expression (formal (leave)

If you feel unwell, simply absent yourself from the table.

απουσιάζω από κτ, λείπω από κτ

verbal expression (formal (not attend)

Mr Smith sends his apologies for having to absent himself from today's meeting.

εξοικειώνομαι

verbal expression (become familiar with)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Read the book, and acquaint yourself with Shakespeare's work.

προσαρμόζομαι

verbal expression (get used to)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

συνηθίζω να κάνω κτ

verbal expression (get used to doing [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

προσαρμόζομαι

verbal expression (change to accommodate)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

συνηθίζω να κάνω κτ

verbal expression (change to accommodate)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You need to adapt yourself to living with other people.

συμφωνώ με κπ/κτ

verbal expression (figurative (agree with)

By agreeing with the decision to move forward with the plans, I unknowingly aligned myself with Anthony.
Αποδεχόμενη την απόφαση να προχωρήσω με τα σχέδια, χωρίς να το ξέρω συμφώνησα με τον Άντονι.

όλος δικός μου

adverb (for [sb]'s sole use)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Cheri had the train compartment all to herself.

επίτρεψε στον εαυτό σου

transitive verb and reflexive pronoun (indulgence)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Even while dieting, I allow myself the occasional dessert.

δώσε στον εαυτό σου

transitive verb and reflexive pronoun (enough time) (χρόνος)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Please allow yourself 15 minutes to complete the second part of the test.

διασκεδάζω

transitive verb and reflexive pronoun (find [sth] entertaining to do)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

συγκεντρώνομαι, προσπαθώ

transitive verb and reflexive pronoun (make an effort, work hard)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If you apply yourself, you will succeed.
Αν συγκεντρωθείς, θα επιτύχεις.

αφοσιώνομαι σε κτ, αφιερώνομαι σε κτ

transitive verb and reflexive pronoun (make an effort, work hard)

I am really going to apply myself to my studies.

ντρέπομαι

verbal expression (feel shame)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
You should be ashamed of yourself for failing that test!

υψώνω το ανάστημά μου, λέω/εκφράζω την άποψή μου

transitive verb and reflexive pronoun (be insistent or firm)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It's important to assert yourself when you feel you are being treated unfairly.

σιγουρεύομαι, βεβαιώνομαι

verbal expression (secure for yourself) (ότι/πως)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

κολλάω σε κπ/κτ

verbal expression (figurative (individual, group: follow around) (μεταφορικά)

Dave attached himself to our group in the first week of college, but none of us really like him.

συνδέομαι με κτ, σχετίζομαι με κτ

verbal expression (be associated with)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Will attached himself to the new business venture.

εκμεταλλεύομαι

verbal expression (make use of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Buster failed because he did not avail himself of the help offered to him.

το να είσαι σωστός με τον εαυτό σου

verbal expression (live by own values)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
To be true to oneself you must act in accordance with who you are and what you believe.

είμαι άνετος

intransitive verb (behave naturally)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I know you're nervous about the interview, but just be yourself and you'll do fine.

φέρομαι, συμπεριφέρομαι

transitive verb (conduct: yourself)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He bore himself with courage and distinction.

τα βάζω με τον εαυτό μου

verbal expression (figurative, informal (feel guilty or bad)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It was just an honest mistake, so you shouldn't beat yourself up about it.

χτυπιέμαι

verbal expression (US, informal (feel guilty or bad) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κάτσε φρόνιμα, κάτσε όμορφα

(act nicely)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Please behave yourselves when we visit grandma.

τρελαίνομαι

adjective (figurative (out of your senses) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

τρελαίνομαι

preposition (figurative (out of your senses) (μεταφορικά: από κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
My mother was beside herself with worry when I didn't call.

ξυπνάω, ξυπνώ

transitive verb and reflexive pronoun (literary (rouse yourself) (κυριολεκτικά, μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
You'd best bestir yourself, my lady; it's almost noon.

προδίδω τον εαυτό μου

transitive verb and reflexive pronoun (go against your own values)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I would be betraying myself if I voted for that party.
Αν ψήφιζα αυτό το κόμμα, θα πρόδιδα τον εαυτό μου.

μορφώνομαι

verbal expression (become more educated)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Paul reads scientific journals in an attempt to better himself.

καλυτερεύω την κατάσταση για εμένα

verbal expression (achieve higher standing)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
My father worked in a factory but I wanted to better myself and was determined to get an office job.

προετοιμάζομαι

transitive verb and reflexive pronoun (figurative (prepare for shock)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The doctor warned the patient's family to brace themselves.

προετοιμάζομαι

verbal expression (figurative (prepare for shock) (για κτ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Everyone is bracing themselves for the foot of snow forecast for tonight.
Όλοι προετοιμάζονται για τα 30 εκατοστά χιόνι που προβλέπονται για απόψε.

προετοιμάσου, ετοιμάσου, κρατήσου

interjection (figurative (prepare for shock)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Brace yourself, I've got some bad news.
Δείξε θάρρος. Έχω άσχημα νέα.

προετοιμάζομαι, ετοιμάζομαι

transitive verb and reflexive pronoun (prepare for impact)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The flight attendant instructed the passengers to brace themselves.

προετοιμάζομαι για κτ, ετοιμάζομαι για κτ

verbal expression (prepare for impact)

Seeing that there was no way to escape, Joel braced himself for the blow of the other man's fist.

ετοιμάσου

interjection (prepare for impact)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Brace yourself. We're about to land.
Ετοιμάσου. Σε λίγο προσγειωνόμαστε.

υποχρεώνω τον εαυτό μου να κάνει κτ, βάζω τον εαυτό μου να κάνει κτ

verbal expression (force yourself to do [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I can't bring myself to see a film that's that violent.

φορτώνομαι

verbal expression (responsibility) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Don't burden yourself with the practical side of moving house: leave it to the removal men.
Μην φορτωθείς εσύ με το πρακτικό κομμάτι της μετακόμισης. Άφησέ το στη μεταφορική εταιρεία.

φορτώνομαι, επιβαρύνομαι

verbal expression (concerns)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Don't burden yourself with my insignificant problems.
Μην επιβαρύνεσαι με τα ασήμαντα προβλήματά μου.

χάνομαι σε κτ

verbal expression (figurative (engross yourself in [sth]) (μεταφορικά)

On rainy days, the best thing to do is bury yourself in a good book.
Τις βροχερές μέρες το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι να χαθείς σε ένα καλό βιβλίο.

βυθίζομαι σε κτ, αφιερώνομαι σε κτ

verbal expression (figurative (become immersed in [sth]) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

μόνος σου

adverb (without company)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

χωρίς βοήθεια

adverb (without help)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

ηρέμησε, χαλάρωσε

interjection (don't panic)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Madam, please calm yourself! The doctor is on her way to treat your son.

καμουφλάρομαι

transitive verb and reflexive pronoun (conceal self using color, etc.)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Many insects camouflage themselves to avoid being eaten.

στέκομαι

transitive verb and reflexive pronoun (posture: hold yourself)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The ballerina carries herself well.

βρίσκω την θέση μου

verbal expression (figurative (find your role, trade)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βρίσκω τον ρόλο μου σε κτ

verbal expression (figurative (find your role, trade)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

συγκεντρώνομαι

transitive verb and reflexive pronoun (make yourself calm, focused)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Meditating every morning helps me to center myself.

κρύβομαι σε κτ

verbal expression (figurative (be concealed)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Cloak yourself in darkness and sneak in the back way.

περιβάλλομαι από κτ

verbal expression (figurative (have an air of)

Sarah liked to cloak herself in an air of mystery, but that just covered up the fact that she was usually clueless.

ηρεμώ, συγκεντρώνομαι

transitive verb and reflexive pronoun (figurative (emotions: calm)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Let me collect myself before I go out on stage. I'm still a bit emotional.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μαζέψου, δεν είναι ωραίο να κλαις μπροστά στον κόσμο.

σύνελθε, συμμορφώσου

transitive verb and reflexive pronoun (behave, conduct yourself)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Officers have a duty to comport themselves in a manner which sets a good example to their men.

ηρεμώ, συνέρχομαι

transitive verb and reflexive pronoun (make yourself calm)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

κρύβομαι

intransitive verb (hide)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The burglar concealed himself in the bushes while staking out the house.

ανησυχώ

verbal expression (worry about)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I'll buy it for you, so don't concern yourself with the cost.
Θα σου το αγοράσω, οπότε μην ανησυχείς για το κόστος.

ανησυχώ για κτ

verbal expression (be preoccupied with)

It's best not to concern yourself with things you cannot change.
Καλύτερα να μην ανησυχείς για πράγματα που δεν μπορείς να αλλάξεις.

συμπεριφέρομαι, φέρομαι

transitive verb and reflexive pronoun (behave)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Please conduct yourself with politeness.

συμπεριφέρομαι, φέρομαι

intransitive verb (behave, act)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Please conduct yourself like a gentleman when you're with my daughter.

αυτοσυγχαίρομαι

transitive verb and reflexive pronoun (be proud of yourself)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Even though you lost the race, you should congratulate yourself for finishing at all.

συστρέφομαι

transitive verb and reflexive pronoun (twist into unnatural position)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
You're going to have to contort yourself to get into such a tiny dress!

συγκρατούμαι

transitive verb and reflexive pronoun (remain calm and composed)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Even if she tries to pick a fight, you must control yourself and avoid responding.

συγκρατούμαι

transitive verb and reflexive pronoun (resist temptation)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

γιατρεύομαι από κτ

verbal expression (get over, rid yourself of) (μεταφορικά)

The teacher told the insolent student that he needed to cure himself of his attitude.

αυταπατώμαι

verbal expression (not be honest with yourself)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
You're deceiving yourself if you think Lily is going to lend you so much money.

αυτοανακηρύσσομαι

verbal expression (announce)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I hereby declare myself to be a candidate in the forthcoming elections.
Με το παρόν αυτοανακηρύσσομαι υποψήφιος για τις προσεχείς εκλογές.

αυτοαποκαλούμαι

verbal expression (claim identity)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He declared himself to be the long-lost son of the deceased, returned to claim his inheritance.
Δήλωσε ότι είναι ο από καιρό χαμένος γιος του αποθανόντος, που επέστρεψε για να διεκδικήσει την κληρονομιά του.

δηλώνω

transitive verb and reflexive pronoun (state that you are for, against [sth])

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The politician declared herself in favour of curbs on immigration.

δηλώνω εναντίον

verbal expression (state yourself to be for, against [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The minister declared himself to be against the introduction of the euro to Britain.

αφοσιώνομαι σε κτ

verbal expression (devote energy to [sth])

If you want to be a star athlete, you have to dedicate yourself to the sport.

υπερασπίζομαι τον εαυτό μου

transitive verb and reflexive pronoun (avoid harm, injury to self)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

τρέφω αυταπάτες και κάνω κτ

verbal expression (think, believe, etc. mistakenly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Don't delude yourself into thinking that your life would be better in another city.

αποσπώμαι, απομακρύνομαι

transitive verb and reflexive pronoun (no longer be involved)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Your parents need to sort out their own problems; you should try to detach yourself.

αφιερώνομαι, αφοσιώνομαι

verbal expression (dedicate yourself) (σε κτ/κπ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
My mother devoted herself to her children.
Η μητέρα μου αφιέρωσε τον εαυτό της στα παιδιά της.

αφιερώνομαι, αφοσιώνομαι

verbal expression (put all your energy into) (στο να κάνω κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
After his wife's death from cancer, he devoted himself to fundraising for cancer charities.
Μετά το θάνατο της γυναίκας του από καρκίνο αφοσιώθηκε στη συγκέντρωση χρημάτων για αντικαρκινικές φιλανθρωπικές οργανώσεις.

διαχωρίζω τη θέση μου

transitive verb (prove yourself unlike)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
How would you differentiate yourself from the six other people who have applied for this job?

μαζεύω όλες μου τις δυνάμεις, συλλέγω όλες μου τις δυνάμεις

verbal expression (figurative (summon inner resources)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Dig deep within yourself and you'll find you can overcome any fear.

έχω αυτοπειθαρχεία

transitive verb and reflexive pronoun (exercise self-control)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When you move out of the house you will have to discipline yourself; no one will be there to watch over you.
Όταν φύγεις από το σπίτι θα πρέπει να έχεις αυτοπειθαρχία γιατί κανείς δε θα είναι εκεί να σε επιβλέπει.

συγκρατούμαι

transitive verb and reflexive pronoun (train yourself to do [sth])

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
In order to do well in the marathon race, Frank had learned to discipline himself to hold a sustainable pace.

χάνω φερεγγυότητα

transitive verb and reflexive pronoun (lose trust of others)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Politicians often discredit themselves by accepting bribes.
Οι πολιτικοί πολύ συχνά χάνουν τη φερεγγυότητά τους όταν αποδέχονται δωροδοκίες.

απεμπλέκομαι από κτ

verbal expression (end involvement in)

Linda had to disengage herself from the project due to a family emergency.

ξεμπερδεύω με κτ

transitive verb and reflexive pronoun (figurative (end involvement in [sth]) (μεταφορικά, ανεπίσημο)

Alan was unable to disentangle himself from his family's problems.

εξευτελίζομαι

verbal expression (do [sth] dishonourable)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Just try not to disgrace yourself again. He disgraced himself by getting too drunk at his sister's wedding.
Ρεζιλεύτηκε μεθώντας πολύ στον γάμο της αδερφής του.

περνώ ευχάριστα την ώρα μου, περνάω καλά

transitive verb and reflexive pronoun (literary (amuse, entertain yourself)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αποστασιοποιούμαι

verbal expression (distance yourself from [sb]) (από κπ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Diane eventually dissociated herself from her troublemaker friends.

αποστασιοποιούμαι

verbal expression (distance yourself from [sth]) (από κτ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The nominee tried to dissociate himself from the racist remarks of his former friends.

απομονώνομαι από κτ/κπ, απομακρύνομαι από κτ/κπ, αποστασιοποιούμαι από κτ/κπ

verbal expression (keep away)

Preferring solitude, I distanced myself from the group.

αποστασιοποιούμαι από κτ/κπ

verbal expression (try not to associate with)

The candidate was advised to distance himself from his former wife.
Συμβούλεψαν τον υποψήφιο να αποστασιοποιηθεί από την πρώην σύζυγό του.

διακρίνομαι

transitive verb and reflexive pronoun (become prominent)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
This director has distinguished himself in the film industry.
Ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης έχει διακριθεί στην κινηματογραφική βιομηχανία.

Κάν' το μόνος σου, Φτιάξ' το μόνος σου

noun (UK, colloquial, initialism (do-it-yourself)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'm staying at home this weekend for a little DIY on the house.

κάνω κτ για τον εαυτό μου, κάνω κτ για μένα

verbal expression (do for your own sake)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
If you're going to study medicine, make sure you're doing it for yourself, not because your parents expect it of you.
Αν θέλεις να σπουδάσεις Ιατρική βεβαιώσου ότι το κάνεις για τον εαυτό σου και όχι επειδή το θέλουν οι γονείς σου.

κάνω κάτι για τον εαυτό μου, κάνω κάτι για μένα

verbal expression (have a treat)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You are always looking out for others, so take a week off to do something for yourself.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πήρα μια εβδομάδα άδεια και αποφάσισα να κάνω κάτι για τον εαυτό μου.

τα πάω καλά

verbal expression (informal (be successful)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You've obviously done well for yourself.
Προφανώς τα πήγες καλά.

ζημιώνω, βλάπτω

verbal expression (disparage yourself)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Describing himself as a 'hack' was doing himself a disservice.

βλάπτω τον εαυτό μου

verbal expression (hinder yourself)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You're doing yourself a disservice with your rude and aggressive comments.
Βλάπτεις τον εαυτό σου με τα αγενή και επιθετικά σχόλιά σου.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του yourself στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του yourself

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.