Τι σημαίνει το fruit στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης fruit στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του fruit στο Αγγλικά.

Η λέξη fruit στο Αγγλικά σημαίνει φρούτο, φρούτα, καρπός, καρπός του, οι καρποί του, αδερφή, καρποφορώ, κάνω καρπούς, αποδίδω καρπούς, καραμπόλα, εσπεριδοειδές, εσπεριδοειδή, ακατάλληλο για πωλήση φρούτο, φρούτο του δράκου, αποξηραμένα φρούτα, σάρκα του φρούτου, απαγορευμένος καρπός, απαγορευμένος καρπός, φρέσκο φρούτο, καλάθι με φρούτα, είδος μεγάλης νυχτερίδας, φρουτιέρα, κοκτέιλ φρούτων, φρούτα σερβιρισμένα σε κούπα, φρουτιέρα, μύγα, μαρμελάδα, χυμός φρούτου, φρουτάκια, συγκομιδή φρούτων, φρουτ πάντς, φρουτοσαλάτα, πάγκος με φρούτα, οπωροπωλείο, τάρτα με φρούτα, πιατέλα με φρούτα, καρποφόρο δέντρο, κέικ φρούτων, ακτινίδιο, ακτινίδιο, εύκολο, monk fruit, φρούτο του πάθους, μικροί καρποί, μαλακοί καρποί, πυρηνόκαρπο, φρούτο, τροπικό φρούτο, είδος υβριδίου εσπεριδοειδούς. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης fruit

φρούτο

noun (type of fruit)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Different fruits provide different vitamins.
Διαφορετικά φρούτα προσφέρουν διαφορετικές βιταμίνες.

φρούτα

noun (uncountable (food: fruits collectively)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
It's good to eat lots of fruit.
Είναι καλό να τρώμε πολλά φρούτα.

καρπός

noun (botany: ovary) (βοτανική)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Many plants produce fruit after they are pollinated.
Πολλά φυτά παράγουν καρπό μόνο μετά από γονιμοποίηση.

καρπός του

noun (figurative (progeny) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
That child is the fruit of her extra-marital affair.
Εκείνο το παιδί είναι ο καρπός της εξωσυζυγικής της σχέσης.

οι καρποί του

noun (figurative (result of an effort) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
After years of work, the fruits of his labour began to show.
Μετά από χρόνια δουλειάς, οι καρποί της εργασίας του άρχισαν να φαίνονται.

αδερφή

noun (US, slang, pejorative, offensive (gay man) (καθομ, προσβλητικό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Nick just laughed at the homophobe who called him a fruit.

καρποφορώ

intransitive verb (tree, plant: bear fruit)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
My plum tree doesn't fruit every year.

κάνω καρπούς

(plant: produce fruit) (δέντρο)

It can take several years before a new lemon tree begins to bear fruit.
Μπορεί να χρειαστούν αρκετά χρόνια πριν αρχίσει να κάνει καρπούς μια νέα λεμονιά.

αποδίδω καρπούς

(figurative (idea: succeed) (μεταφορικά)

It started as a brainstorm idea but gradually it began to bear fruit.

καραμπόλα

noun (yellow Asian star-shaped fruit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εσπεριδοειδές

noun (fruit: lemon, orange, etc.) (συνήθως πληθυντικός)

Citrus adds a bright flavor to mulled wine.

εσπεριδοειδή

noun (oranges, lemons, etc.) (περιληπτική ονομασία)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Supermarkets here have better citrus fruit in winter than in summer.
Εδώ, τα σουπερμάρκετ έχουν καλύτερα εσπεριδοειδή τον χειμώνα απ’ ό,τι το καλοκαίρι.

ακατάλληλο για πωλήση φρούτο

noun (fruit: not fit for sale)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The cull fruit either gets sent to the cannery or fed to the pigs.

φρούτο του δράκου

noun (food: pitahaya)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

αποξηραμένα φρούτα

noun (food: preserved by dehydration)

σάρκα του φρούτου

noun (pulp: soft inside part of fruit)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
In this recipe, I discard the flesh of the fruit and only use the peel.

απαγορευμένος καρπός

noun (figurative (illicit pleasure)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
To someone on a diet, chocolate cake is forbidden fruit.

απαγορευμένος καρπός

noun (Bible: fruit of tree of knowledge)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Adam ate the forbidden fruit and was expelled from paradise.

φρέσκο φρούτο

noun (fruit: not processed, cooked)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We bought fresh fruit every day at the market.

καλάθι με φρούτα

noun (basket filled with fruit, esp. as a gift)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

είδος μεγάλης νυχτερίδας

(bat)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

φρουτιέρα

noun (dish for displaying fruit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I was disappointed to find that the fruit bowl contained wax fruit.

κοκτέιλ φρούτων

noun (mixed-fruit dish) (κομπόστα)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
As a child, I loved canned fruit cocktail; now I can't stand it.

φρούτα σερβιρισμένα σε κούπα

noun (cup of mixed fruit)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
For lunch we were served quiche, muffins, and a fruit cup.

φρουτιέρα

noun (plate or bowl for displaying fruit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

μύγα

noun (small flying insect) (έντομο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Fruit flies are used in genetic research.

μαρμελάδα

noun (sweet preserve)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The trifle contained sherry-soaked sponge cake, fruit jam, custard, and fresh cream.

χυμός φρούτου

noun (nectar obtained from fruit)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Fruit juice can be purchased fresh, concentrated, or frozen.

φρουτάκια

noun (gambling: slot machine) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
You'll need a licence to put fruit machines in the bar.

συγκομιδή φρούτων

noun (picking fruit from tree)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Picking blueberries is safe because they grow on bushes; other types of fruit picking may be more dangerous if they require ladders.

φρουτ πάντς

noun (non-alcoholic mixed fruit juice)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It tastes like fruit punch but contains less sugar. I made some fruit punch for the party tonight.
Έχει γεύση φρουτ πάντς, αλλά περιέχει λιγότερη ζάχαρη. Έφτιαξα λίγο φρουτ πάντς για το πάρτι απόψε.

φρουτοσαλάτα

noun (mixed-fruit dish)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A bowl of fruit salad is always refreshing on a hot summer's day.

πάγκος με φρούτα

noun (kiosk selling fruit)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He stole two apples from a fruit stand.

οπωροπωλείο

noun (shop selling fruit)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We purchased fresh strawberries from a local fruit store.

τάρτα με φρούτα

noun (pastry made with fruit)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
For dessert, my grandmother served a large fruit tart.

πιατέλα με φρούτα

noun (platter of assorted fruits)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

καρποφόρο δέντρο

noun (tree which bears fruit)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Fruit trees lined the driveway leading to the house.

κέικ φρούτων

noun (cake made with fruit)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Leah received three fruitcakes at Christmas.

ακτινίδιο

noun (fruit with fuzzy skin) (φρούτο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The fruit salad had kiwis, mangoes, and cherries in it.
Η φρουτοσαλάτα περιείχε ακτινίδια, μάνγκο και κεράσια.

ακτινίδιο

noun (New Zealand fruit with green flesh)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

εύκολο

noun (figurative (easiest task)

Most people answer the easiest questions—in other words, the low-hanging fruit—in the quiz first.

monk fruit

noun (fruit from China) (είδος τροπικού φρούτου)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

φρούτο του πάθους

noun (fruit of the passionflower)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Not all varieties of passion fruit are safe to eat.

μικροί καρποί, μαλακοί καρποί

noun (berries)

πυρηνόκαρπο

noun (fruit with a pit inside)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

φρούτο

noun (fruit that grows on trees)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

τροπικό φρούτο

noun (fruit that grows in equatorial areas)

είδος υβριδίου εσπεριδοειδούς

noun (yellow citrus fruit)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του fruit στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του fruit

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.