Τι σημαίνει το has στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης has στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του has στο Αγγλικά.

Η λέξη has στο Αγγλικά σημαίνει -, -, έχει, έχω, έχω, έχω, έχω, περνάω, περνώ, έχω, έχω, έχω, τρώω, έχω, έχων, παίρνω, πηγαίνω, πάω, -, επιτρέπω, σύμφωνα με, καλώ, προσκαλώ, ενεργώ όταν είναι πλέον πολύ αργά, θα 'ρθει και σένα η σειρά σου, πρώην δημοφιλής. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης has

-

auxiliary verb (used to form question) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Has she told you what time to expect her?
Σου είπε τι ώρα να την περιμένουμε;

-

auxiliary verb (used to form negative) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Your brother's nice enough, but he hasn't got your charm.
Ο αδερφός σου είναι αρκετά συμπαθητικός, αλλά δεν έχει τη δική σου γοητεία.

έχει

(have: 3rd person singular) (τρίτο ενικό του έχω)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She has a new car.
Έχει ένα καινούριο αυτοκίνητο.

έχω

transitive verb (own) (ιδιοκτησία)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He has a big house and two cars.
Διαθέτει (or: Κατέχει) μια μεγάλη οικία και δύο αυτοκίνητα.

έχω

transitive verb (feature: possess) (χαρακτηριστικό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She has a very strong personality. The program has a delete button.
Διαθέτει πολύ ισχυρή προσωπικότητα. Το πρόγραμμα διαθέτει κουμπί διαγραφής.

έχω

verbal expression (must) (να κάνω κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I have to finish my homework.
Πρέπει να τελειώσω μια εργασία.

έχω

transitive verb (suffer from) (υποφέρω από)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She has the flu right now.
Έχει γρίπη τώρα.

περνάω, περνώ

transitive verb (experience)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My sons are having an adventure in South America.

έχω

transitive verb (children, siblings: be related to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They have two daughters and a son.
΄Εχουν αποκτήσει δύο κόρες και έναν γιο.

έχω

transitive verb (mentally: have in mind)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She has a lot of plans.
Έχει πολλά σχέδια.

έχω

transitive verb (obtain)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Could I have another cup of tea, please?
Μπορώ να έχω άλλο ένα φλιτζάνι τσάι, παρακαλώ;

τρώω

transitive verb (eat, drink) (φαγητό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I had a drink and a biscuit.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πήραμε γερό πρωινό σήμερα για να μας κρατήσει όλη μέρα.

έχω

auxiliary verb (used in perfect tenses)

(βοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.)
We have won the race. I've been waiting here for hours.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχω χάσει τα κλειδιά μου.

έχων

intransitive verb (be wealthy) (μτφ: πλούσιος)

(μετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.)
Those who have don't always understand those who have not.
Οι έχοντες δεν καταλαβαίνουν πάντα τους μη έχοντες.

παίρνω

transitive verb (receive)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Have you had your exam results yet?

πηγαίνω, πάω

transitive verb (slang (have sex with) (καθομ: με κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He's never had a girl before.
Δεν έχει πάρει καμία γυναίκα.

-

transitive verb (arrange, cause) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
I need to have my car fixed.
Πρέπει να πάω το αμάξι μου για φτιάξιμο.

επιτρέπω

transitive verb (permit, allow)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He won't have such behaviour in his presence.

σύμφωνα με

transitive verb (declare, assert)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Legend has it that the lakes are the footprints of a giant.

καλώ, προσκαλώ

transitive verb (invite, entertain)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We're having his parents over for the holidays.

ενεργώ όταν είναι πλέον πολύ αργά

noun (figurative, informal (acting too late)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tony's debts are huge now; buying a few items second-hand seems like closing the stable door after the horse has bolted.

θα 'ρθει και σένα η σειρά σου

expression (figurative (everyone will succeed)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πρώην δημοφιλής

noun (informal (performer: no longer popular)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
That singer is a has-been; he hasn't put out a good album in years.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του has στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του has

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.