Τι σημαίνει το speed στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης speed στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του speed στο Αγγλικά.

Η λέξη speed στο Αγγλικά σημαίνει ταχύτητα, ταχύτητα, τρέχω, τρέχω, ταχύτητα, speed, τρέχω, κάνω βιαστικά, φεύγω/απομακρύνομαι γρήγορα, περνώ με μεγάλη ταχύτητα, περνώ πολύ γρήγορα, πάω πιο γρήγορα, πάω πιο γρήγορα, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, στη μέγιστη ταχύτητα, με ταχύτητα φωτός, απότομη επιτάχυνση, ταχύτητα πλεύσης, μεγαλύτερη ταχύτητα, πρόσω ολοταχώς, αυξάνω ταχύτητα, ανεβάζω ταχύτητα, υψηλή ταχύτητα, αμαξοστοιχία υψηλής ταχύτητας, ρελαντί, όποιος βιάζεται σκοντάφτει, ταχύτητα διαφράγματος/φωτοφράκτη, τρέχω, σαμαράκι, μικρο-, ψιλο-, κάμερα της τροχαίας, κάμερα ταχύτητας, γκαζοφονιάς, ταχεία κλήση, σαμαράκι, όριο ταχύτητας, ταχύτητα φωτός, ταχύτητα του ήχου, ρεκόρ ταχύτητας, σκέιτερ ταχύτητας, speed skater, πατινάζ ταχύτητας, κομμάτι δρόμου όπου η ταχύτητα παρακολουθείται, επιτάχυνση, αύξηση παραγωγής, υπερηχητική ταχύτητα, μέγιστη ταχύτητα, ενημερωμένος, ταχύτητα ανέμου. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης speed

ταχύτητα

noun (velocity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The racecar moved at great speed.
Το αγωνιστικό αυτοκίνητο έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

ταχύτητα

noun (measurement)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
What speed are we going?
Πόσο γρήγορα πάμε;

τρέχω

intransitive verb (go fast)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The dog sped down the hill.
Το σκυλί κατέβηκε το λόφο τρέχοντας.

τρέχω

intransitive verb (exceed speed limit) (καθομιλουμένη, μτφ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Don't speed, or the police will take away your license.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχετε υπερβεί κατά πολύ το όριο ταχύτητας και θα πρέπει να υποβληθείτε σε αλκοτέστ.

ταχύτητα

noun (gear)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I have a ten-speed bicycle.

speed

noun (slang (drug)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Speed is an addictive stimulant.

τρέχω

intransitive verb (drive rapidly) (καθομιλουμένη, μτφ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
You may speed on the straight road, but slow down coming into the turns.

κάνω βιαστικά

intransitive verb (hurry)

She waits until the last minute, and then speeds through her work.
Περιμένει πάντα ως την τελευταία στιγμή και μετά τρέχει να προλάβει τη δουλειά της.

φεύγω/απομακρύνομαι γρήγορα

phrasal verb, intransitive (leave very rapidly)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The cops got there just in time to see the robbers speed away in their car.

περνώ με μεγάλη ταχύτητα, περνώ πολύ γρήγορα

phrasal verb, intransitive (pass very rapidly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πάω πιο γρήγορα

phrasal verb, transitive, separable (informal (cause to move more quickly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Could you please speed it up a bit? There are people waiting behind you.
Θα μπορούσες σε παρακαλώ να κάνεις λίγο πιο γρήγορα; Υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν μετά από εσένα.

πάω πιο γρήγορα

phrasal verb, intransitive (go faster)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Speed up, or we'll never get to the church on time.
Κουνήσου αλλιώς δεν θα φτάσουμε με τίποτα στην ώρα μας στην εκκλησία.

με ιλιγγιώδη ταχύτητα

expression (dangerously fast)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

στη μέγιστη ταχύτητα

expression (as fast as possible)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
If you run the motor at full speed for more than an hour, there is a danger it will overheat and seize up.

με ταχύτητα φωτός

expression (figurative (extremely rapidly) (μεταφορικά)

It's difficult for companies to keep up with an industry that's moving at warp speed.

απότομη επιτάχυνση

noun (sudden increase in speed)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
With a sudden burst of speed, he passed his competition and won the race.

ταχύτητα πλεύσης

noun (vehicle: speed that is easy to maintain)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

μεγαλύτερη ταχύτητα

noun (highest possible speed)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
If you run the motor at full speed for more than an hour, there is a danger it will overheat and seize up.

πρόσω ολοταχώς

interjection (train: at top speed)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
The enemy's approaching from the south – full speed ahead!

αυξάνω ταχύτητα, ανεβάζω ταχύτητα

(get faster)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
His bike began to gather speed as he rode down the hill.

υψηλή ταχύτητα

noun (great velocity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αμαξοστοιχία υψηλής ταχύτητας

noun (railway train designed to travel very fast) (σιδηρόδρομος)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I can get to Madrid in two hours using the new high-speed train.

ρελαντί

noun (engine's slowest speed)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

όποιος βιάζεται σκοντάφτει

expression (Work carefully to finish faster) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Proofreading requires a lot of careful attention to detail; it's a case of more haste, less speed.

ταχύτητα διαφράγματος/φωτοφράκτη

noun (photography: exposure time) (φωτογραφία)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

τρέχω

(travel rapidly) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
We watched all the German cars speeding along on the Autobahn.

σαμαράκι

noun (hump in road: deters speeding) (στο δρόμο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μικρο-, ψιλο-

noun (figurative (hindrance)

I think that argument you had with your wife is just a speed bump.
Νομίζω ότι ο τσακωμός που είχες με τη γυναίκα σου ήταν απλά ένα μικροκαυγαδάκι.

κάμερα της τροχαίας, κάμερα ταχύτητας

noun (device that detects speeding traffic)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

γκαζοφονιάς

noun (slang (fast driver) (αργκό)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
What a speed demon! - he's going to get hurt some day.

ταχεία κλήση

noun (phone feature: calling a number automatically)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

σαμαράκι

noun (bump in road that slows traffic) (ανεπίσημο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

όριο ταχύτητας

noun (legal restriction on vehicle speed)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
In the United States, the speed limit for most highways is 65 miles per hour.

ταχύτητα φωτός

noun (how fast light travels)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ταχύτητα του ήχου

noun (how fast sound travels)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ρεκόρ ταχύτητας

noun (fastest speed officially recorded)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The Guinness World Book tracks the speed records of cars, airplanes, boats, etc.

σκέιτερ ταχύτητας, speed skater

noun (sportsperson: races on ice skates)

πατινάζ ταχύτητας

noun (sport: racing on ice skates)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κομμάτι δρόμου όπου η ταχύτητα παρακολουθείται

noun (stretch of road where speed is monitored)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The police set up a speed trap to catch people driving too fast.

επιτάχυνση

noun (informal (acceleration)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αύξηση παραγωγής

noun (informal (business: increase in production rate)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

υπερηχητική ταχύτητα

noun (velocity faster than sound)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

μέγιστη ταχύτητα

noun (highest velocity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The Ferrari reached its top speed on the test track.

ενημερωμένος

expression (know the current situation)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ταχύτητα ανέμου

noun (how fast the wind is blowing)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του speed στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του speed

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.