Τι σημαίνει το sign στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης sign στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του sign στο Αγγλικά.

Η λέξη sign στο Αγγλικά σημαίνει πινακίδα, πινακίδα, ταμπέλα, σημάδι, σημάδι, σύμβολο, ζώδιο, επιγραφή, υπογράφω, λέω στη νοηματική, λέω στη νοηματική γλώσσα, σύμβολο, νόημα, νεύμα, νοηματική γλώσσα, ένδειξη, σύμβολο, χνάρι, ίχνος, υπογράφω, κάνω νόημα, μιλάω τη νοηματική, υπογράφω, υπογράφω, κάνω νόημα, υπογράφω με κπ, λέω στη νοηματική, αποποιούμαι εγγράφως, χάνω, καταγράφω άφιξη υπογράφοντας, κλείνω, ολοκληρώνω, τελειώνω, κλείνω, ολοκληρώνω, τελειώνω, κλείνω, κλείνω, σταματάω, σταματώ, υπογράφω, κάνω αίτηση για επίδομα ανεργίας, συμμετέχω, υπογράφω, αποσυνδέομαι, δηλώνω, γίνομαι μέλος σε κτ, εγγράφομαι, συμφωνώ, Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα, Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα, παπάκι, Βρεταννική Νοηματική Γλώσσα, αριθμός, διακριτικό σήμα, συνυπογράφω, σταυρός, σήμα κινδύνου, σήμα κινδύνου, σύμβολο του δολαρίου, ίσον, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, δίεση, μείον, σύμβολο πολλαπλασιασμού, αρνητικός οιωνός, μείον, εξωτερικό σημάδι, σήμα της ειρήνης, πλακάτ, συν, δίεση, σύμβολο της λίρας Αγγλίας, πινακίδα, ταμπέλα, πινακίδα, υπογράφω αίτηση, υπογράφω, υπογράφω αντί κάποιου, υπογράφω για λογαριασμό κάποιου, νοηματική γλώσσα, γλώσσα του σώματος, επικοινωνία με χειρονομίες, σταυρός, αποσυνδέομαι, εκχωρώ, μεταβιβάζω, εκχωρώ, μεταβιβάζω, εγγράφω, εγγράφω, εγγράφω, συμφωνώ, φύλλο εγγραφής, έντυπο υπογραφής, ζώδιο, στοπ, πινακίδα, ξεκάθαρο σημάδι, ένδειξη, πινακίδα, προειδοποιητικό σήμα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης sign

πινακίδα

noun (traffic notice)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The sign said to stop.
Η πινακίδα έλεγε να σταματήσουμε.

πινακίδα, ταμπέλα

noun (notice, placard)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The shopkeeper put a sign up saying he'd be back in thirty minutes.
Ο καταστηματάρχης έβαλε μια πινακίδα (or: ταμπέλα) που έλεγε ότι θα επέστρεφε σε μισή ώρα.

σημάδι

noun (indication)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There are signs that it will storm tomorrow.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι αύριο θα έχει καταιγίδα.

σημάδι

noun (portent, presage) (με γενική ή ότι θα γίνει κτ)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Some people say that when cows lie down, it is a sign of rain.

σύμβολο

noun (typographical character)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
What does the pound sign look like?
Ποιο είναι το σύμβολο της λίρας;

ζώδιο

noun (zodiac symbol)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
What is your sign? I'm a Leo.
Τι ζώδιο είσαι; Εγώ είμαι Λέων.

επιγραφή

noun (shop sign)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
All the shops had small painted signs out front.

υπογράφω

transitive verb (add signature to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He signed the form at the bottom.
Υπέγραψε την αίτηση στο κάτω μέρος.

λέω στη νοηματική, λέω στη νοηματική γλώσσα

transitive verb (say in sign language)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Veronica's hearing-impaired friend signed that he would prefer to meet at seven o'clock that evening.
Η φίλη της Βερόνικα που είχε πρόβλημα ακοής είπε στη νοηματική ότι θα προτιμούσε να συναντηθούν στις 7 το απόγευμα.

σύμβολο

noun (symbol)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The scroll was covered in signs that they could not understand.

νόημα

noun (indicative gesture)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Ken's sign told us that he was all right.

νεύμα

noun (gesture within sign language) (λέξη νoηματικής γλώσσας)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The deaf woman's sign indicated that she would drive.

νοηματική γλώσσα

noun (sign language)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Do you know the sign for "cat" in American Sign Language?

ένδειξη

noun (symptom)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He is showing signs of diabetes.

σύμβολο

noun (mathematics: plus, minus, etc.)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Yes, three hundred, but what is the sign? Positive or negative?

χνάρι, ίχνος

plural noun (US (animal tracks)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The rancher inspected the area for coyote signs.

υπογράφω

intransitive verb (write a signature)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He signed, once he had found the right place.

κάνω νόημα

intransitive verb (use gestures)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Trying not to make noise, he signed for her to come towards him.

μιλάω τη νοηματική

intransitive verb (use sign language)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She has a sister who is deaf, so she knows how to sign.

υπογράφω

intransitive verb (agree to a contract)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He finally signed after deliberating for a few weeks.

υπογράφω

transitive verb (autograph)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The movie star signed many autographs that day.

κάνω νόημα

transitive verb (communicate using gestures)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Since the boss had laryngitis, he had to sign his approval of our idea with his head.

υπογράφω με κπ

transitive verb (hire, employ)

They signed the basketball star to a new contract.
Δέσμευσαν τον διάσημο μπασκετμπολίστα με νέο συμβόλαιο.

λέω στη νοηματική

transitive verb (say in sign language)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The two signed their conversation so they wouldn't make noise.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Για να μην τους καταλάβει κανείς έλεγαν τα νέα τους στη νοηματική.

αποποιούμαι εγγράφως

phrasal verb, transitive, separable (rights: give up)

Leyla signed away all rights to her father's estate.

χάνω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (give up, lose)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Johnson signed away his chances in the next election when he approved such an unpopular law.

καταγράφω άφιξη υπογράφοντας

phrasal verb, intransitive (register arrival)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Please sign in when you arrive.

κλείνω, ολοκληρώνω, τελειώνω

phrasal verb, intransitive (end a letter)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Debbie signed off by telling Ian how much she missed him.
Η Ντέμπι έκλεισε λέγοντας στον Ίαν πόσο πολύ της έλειπε.

κλείνω, ολοκληρώνω, τελειώνω

(end a letter) (μτφ: ένα γράμμα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
My father always signed off with "love and kisses, Dad".
Ο πατέρας μου πάντα κλείνει γράφοντας «με αγάπη, φιλάκια, μπαμπάς».

κλείνω

phrasal verb, intransitive (end a broadcast) (μτφ: τη μετάδοση)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
This is WKRP in Cincinnati, signing off at midnight.

κλείνω

(end a broadcast) (μτφ: πχ με τα λόγια)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ed Murrow always signed off with the words: "Good night, and good luck".
Ο Έντ Μάροου πάντα έκλεινε λέγοντας: «Καληνύχτα και καλή τύχη».

σταματάω, σταματώ

phrasal verb, intransitive (US, informal (stop doing [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

υπογράφω

(informal (authorize) (καθομ: εγκρίνω)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The director must sign off on the project before work can begin.

κάνω αίτηση για επίδομα ανεργίας

phrasal verb, intransitive (UK (claim unemployment benefit)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

συμμετέχω

phrasal verb, intransitive (US (join)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

υπογράφω

phrasal verb, intransitive (leaving building)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Please sign out in Reception before you leave the building. Please sign out at the front desk.
Παρακαλώ υπόγραψε στην υποδοχή πριν εγκαταλείψεις το κτίριο.

αποσυνδέομαι

phrasal verb, intransitive (of computer, website)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Don't forget to sign out when you've finished using the computer.
Μην ξεχάσεις να αποσυνδεθείς όταν τελειώσεις με τον υπολογιστή.

δηλώνω

phrasal verb, transitive, separable (borrowing [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Have you signed that piece of apparatus out?
Υπέγραψες για να δανειστείς τον εξοπλισμό;

γίνομαι μέλος σε κτ

phrasal verb, intransitive (enrol, register)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It's time to sign up for the volleyball team. Practice starts next week.
Καιρός να γραφτείς στην ομάδα βόλεϊ. Η προπόνηση αρχίζει την επόμενη εβδομάδα.

εγγράφομαι

(enrol, register) (σε κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Have you signed up for the French translation course next spring?
Γράφτηκες στο μάθημα μετάφρασης από τα Γαλλικά την επόμενη άνοιξη;

συμφωνώ

(informal, figurative (consent)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
More than 120 patients signed up for the clinical trial.
Περισσότεροι από 120 ασθενείς δηλώθηκαν για την κλινική μελέτη.

Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα

noun (deaf language of North America)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα

noun (initialism (American Sign Language)

παπάκι

noun (symbol: @)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

Βρεταννική Νοηματική Γλώσσα

noun (initialism (British Sign Language)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αριθμός

plural noun (TV, radio station: code)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

διακριτικό σήμα

noun (TV, radio station: code)

συνυπογράφω

transitive verb (sign jointly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σταυρός

noun (hand gesture: crossing body) (κίνηση με το χέρι)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The priest noticed Mark's hastily made cross as he entered the church.

σήμα κινδύνου

noun (literal (public notice warning of danger) (κυριολεκτικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The swimmers ignored the clearly-posted danger signs, and were swept out to sea when the tide turned.

σήμα κινδύνου

noun (figurative (indication or warning) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The Government ignored all the danger signs and, through its failure to regulate the banks, precipitated the worst economic crisis in years.

σύμβολο του δολαρίου

(symbol)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ίσον

noun (mathematics symbol: =)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The math teacher told her students to write the answers after the equals signs.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (rude gesture made with thumb)

Ben made a fig at Stan.

δίεση

noun (number sign: #)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
For the first option, press 1 followed by the hash.

μείον

noun (symbol: subtraction -)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
On a keyboard the minus sign and the hyphen are interchangeable.

σύμβολο πολλαπλασιασμού

noun (mathematical symbol: x)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

αρνητικός οιωνός

noun (bad omen)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He was hopeful that they could still have a picnic, but the clouds forming overhead were a negative sign.

μείον

noun (mathematical symbol: minus sign) (μαθηματικό σύμβολο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

εξωτερικό σημάδι

noun (visible indication)

σήμα της ειρήνης

(symbol)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

πλακάτ

noun (protestor's placard bearing a slogan)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

συν

noun (mathematics: +)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Use a plus sign between the numbers you are adding.

δίεση

noun (hash mark)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σύμβολο της λίρας Αγγλίας

noun (British pound symbol)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πινακίδα

noun (traffic notice) (στο δρόμο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Didn't you see the road sign? - it said 'Cattle Crossing Ahead'.

ταμπέλα, πινακίδα

noun (panel or lettering outside a store) (καταστήματος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

υπογράφω αίτηση

verbal expression (add one's name to support a campaign)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
They asked me to sign a petition against it, but I refused.

υπογράφω

(acknowledge receipt) (για κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I will sign for this so you have a record of delivery.
Θα υπογράψω για αυτό για να καταχωρήσετε την παραλαβή.

υπογράφω αντί κάποιου, υπογράφω για λογαριασμό κάποιου

(sign on behalf of [sb] else)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Pass me the letter and I'll sign for him as he's not available just now.
Δώσε μου το γράμμα και θα υπογράψω εγώ για αυτόν καθώς δεν είναι διαθέσιμος τώρα..

νοηματική γλώσσα

noun (deaf language: visual signs)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He can communicate perfectly by using sign language.
Μπορεί και επικοινωνεί τέλεια χρησιμοποιώντας τη νοηματική γλώσσα.

γλώσσα του σώματος, επικοινωνία με χειρονομίες

noun (communication by gesture)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Kyle was doing sign language across the room to ask me if I wanted a drink.

σταυρός

(religion) (κίνηση χεριού)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

αποσυνδέομαι

verbal expression (computer, website) (από κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
When you've finished shopping, you should sign out of the site.
Όταν τελειώσεις με τα ψώνια πρέπει να βγεις από την ιστοσελίδα.

εκχωρώ, μεταβιβάζω

(transfer legally) (εγγράφως, με υπογραφή)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
It won't be his property until you have legally signed it over.

εκχωρώ, μεταβιβάζω

verbal expression (transfer legally to [sb]) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He signed over the house to his ex-wife and their children.

εγγράφω

(enrol [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They signed their children up at the local swimming pool.
Έγραψαν τα παιδιά τους στην πισίνα της γειτονιάς.

εγγράφω

verbal expression (enrol [sb] for [sth]) (κάποιον σε κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The mother signed her kids up for summer camp.
Η μητέρα έγραψε τα παιδιά της στην καλοκαιρινή κατασκήνωση.

εγγράφω

verbal expression (enrol [sb] to do [sth]) (κάποιον σε κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Amanda signed her mother up to do a six-week computer course for beginners.
Η Αμάντα έγραψε τη μητέρα της σε ένα μάθημα υπολογιστών για αρχάριους διάρκειας έξι εβδομάδων.

συμφωνώ

verbal expression (informal, figurative (agree to do [sth]) (να κάνω κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Brian signed up to take part in a sponsored bike ride for charity.
Ο Μπράιαν δήλωσε ότι θα λάβει μέρος σε μια χορηγούμενη ποδηλατοδρομία για φιλανθρωπικό σκοπό.

φύλλο εγγραφής, έντυπο υπογραφής

noun (register signed on entry) (προσέλευση, παρουσία)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ζώδιο

noun (one of 12 signs of the Zodiac)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

στοπ

noun (signal instructing drivers to brake)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It's very simple: if there's a stop sign, stop.

πινακίδα

noun (panel bearing a road name)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ξεκάθαρο σημάδι

noun (clear indication)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
When she starts tapping her foot it's a sure sign she's angry.

ένδειξη

noun (informal (indication)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Spots of blood were a telltale sign that a violent crime had been committed.

πινακίδα

noun (notice to vehicles)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Some drivers seem incapable of even seeing traffic signs.

προειδοποιητικό σήμα

noun ([sth] that indicates danger)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Pains in the chest are a warning sign of heart attacks.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του sign στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του sign

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.