Τι σημαίνει το only στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης only στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του only στο Αγγλικά.

Η λέξη only στο Αγγλικά σημαίνει μόνο, απλά, μόνο, απλώς, απλά, μόλις, πάρα, μόνος, μοναδικός, μόνος, μόνο που, μοναχο-, μόνο για ενήλικες, υπερβολικά, μόνο για σκοπούς επίδειξης, μόνο για επίδειξη, από μόλις, αν και μόνο αν, αχ και..., αν, εάν, κατ΄ όνομα, όχι μόνο, όχι μόνο... αλλά και, μοναχοπαίδι, μόνη επιλογή, έχω μάτια μόνο για κπ, μόνη ελπίδα, μοναδική ελπίδα, μόνο εάν, για λίγο, μόλις, μόνο μια φορά, μόνο μια φορά, ο χρόνος θα δείξει, πολύ, μόνο αν είναι απαραίτητο, ο Υιός του Θεού ο Μονογενής, μνήμη μόνο για ανάγνωση, θέσεις μόνο για όρθιους, θέσεις μόνο για όρθιους, ένας και μοναδικός, αναμενόμενος, μόνο για γυναίκες. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης only

μόνο, απλά

adverb (simply)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I only want a sandwich for lunch.
Θέλω μόνο (or: απλά) ένα σάντουιτς για μεσημεριανό.

μόνο

adverb (exclusively, solely)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Only family members attended the funeral. Only we are allowed in this room.
Μόνο μέλη της οικογένειας παρέστησαν στην κηδεία. Μόνο εμείς επιτρέπεται να μπαίνουμε σε αυτό το δωμάτιο.

απλώς, απλά

adverb (merely)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
It'll only make things more complicated.
Το μόνο που θα κάνει είναι να περιπλέξει τα πράγματα.

μόλις

adverb (as recently as)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
But I saw him only yesterday!
Μα τον είδα μόλις χθες!

πάρα

adverb (very) (εμφατικός τύπος)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
She loves him only too well.
Τον αγαπάει πάρα πολύ.

μόνος, μοναδικός

adjective (one or one of few)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She was the only girl in the class with red hair.
Ήταν το μόνο (or: μοναδικό) κορίτσι στην τάξη με κόκκινα μαλλιά.

μόνος

adjective (best)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Low-cut jeans are the only kind to wear these days.
Τα χαμηλόμεσα τζιν είναι το νούμερο ένα στυλ στις μέρες μας.

μόνο που

conjunction (but)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
I'd give him a lift; only my car's being repaired.
Θα τον πήγαινα εγώ, μόνο που το αυτοκίνητό μου είναι για επισκευή.

μοναχο-

adjective (without siblings)

She was an only child.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η μητέρα μου ήταν το μόνο (or: μοναδικό) παιδί της οικογένειας που πήγε στο πανεπιστήμιο.

μόνο για ενήλικες

adjective (not for under-18s)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

υπερβολικά

adverb (disapproving (overly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
She is all too eager to help.

μόνο για σκοπούς επίδειξης, μόνο για επίδειξη

adjective (model, sample)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
This model is for demonstration purposes only.

από μόλις

preposition (price, etc.: starting at) (κατώτατη τιμή)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Rooms are available from only €20 per person per night.
Υπάρχουν διαθέσιμα δωμάτια από μόλις 20 λίρες τη βραδιά.

αν και μόνο αν

conjunction (on the strict condition that)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'll help you, if and only if, you promise to do your part.

αχ και...

interjection (expressing a wish)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
If only I had a million dollars!
Μακάρι να είχα ένα εκατομμύριο δολάρια!

αν, εάν

conjunction (on the single condition that)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
This plan will work if only we get enough funding for it.
Το σχέδιο θα πετύχει μόνο εάν λάβουμε επαρκή χρηματοδότηση.

κατ΄ όνομα

adverb (not in fact or in practice)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Some products promoted as green are green in name only.

όχι μόνο

adverb (not being restricted to) (εμφατικός τύπος)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Stargazing is not only educational, it's fun.

όχι μόνο... αλλά και

expression (not just [sth], but [sth] else too)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Not only is Jack good at soccer, but he is also good at basketball and running.

μοναχοπαίδι

noun ([sb] without siblings)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My mother's an only child, but my father has five siblings.
Η μητέρα μου είναι μοναχοπαίδι, αλλά ο πατέρας μου έχει πέντε αδέρφια.

μόνη επιλογή

noun (only available option)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
There is no public transport round here so my only choice is to go by car.

έχω μάτια μόνο για κπ

verbal expression (informal (find attractive) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Edward only has eyes for Julia.

μόνη ελπίδα, μοναδική ελπίδα

noun (informal (sole potential solution or remedy)

There's no other choice; this is our only hope.

μόνο εάν

conjunction (not unless)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
I'll go, but only if you go with me.

για λίγο

adverb (by slight margin)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She won the race, but only just.

μόλις

adverb (very recently)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I have only just begun to learn French; I'm on lesson three.

μόνο μια φορά

adverb (on one occasion only)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I've been to Paris only once but would like to return some day.

μόνο μια φορά

adverb (a single time without repetition)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Press the "enter key" only once.

ο χρόνος θα δείξει

expression (will know in the future)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Whether or not the football player recovers from his injury—only time will tell.

πολύ

adverb (especially)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He is only too keen to leave school.

μόνο αν είναι απαραίτητο

adverb (strictly as required)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You must take the pain killers only when necessary.

ο Υιός του Θεού ο Μονογενής

noun (Christianity: Jesus Christ) (χριστιανισμός)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μνήμη μόνο για ανάγνωση

(computing)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

θέσεις μόνο για όρθιους

expression (event: no seats available) (σε εκδήλωση)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

θέσεις μόνο για όρθιους

expression (public transport: no spare seats) (σε μέσα μαζικής μεταφοράς)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ένας και μοναδικός

adjective (incomparable and unique)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

αναμενόμενος

expression (what should, usually happens)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

μόνο για γυναίκες

adjective (restricted to adult females)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του only στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του only

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.