Τι σημαίνει το treatment στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης treatment στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του treatment στο Αγγλικά.

Η λέξη treatment στο Αγγλικά σημαίνει θεραπευτική αγωγή, μεταχείριση, συμπεριφορά, αντιμετώπιση, συμπεριφορά, αντιμετώπιση, χρήση, σκωληκοκτόνος θεραπεία, κούρα ομορφιάς, θεραπεία για τον καρκίνο, θεραπευτική αγωγή, φαρμακευτική θεραπεία, απεξάρτηση, θερμική κατεργασία, θεραπεία με υπεριώδη ακτινοβολία, ανθρώπινη μεταχείριση, κακομεταχείριση, ιατρική παρακολούθηση, θεραπεία, θεραπεία για εξωτερικό ασθενή, ιατρική φροντίδα για εξωτερικό ασθενή, περίθαλψη για εξωτερικό ασθενή, ευνοϊκή μεταχείριση, ιδιαίτερη μεταχείριση, ειδική μεταχείριση, προνομιακή μεταχείριση, ενδοδοντική θεραπεία, θεραπεία με ηλεκτροσοκ, θεραπεία σπα, ειδική μεταχείριση, χειρουργική επέμβαση, ιατρείο, δωμάτιο θεραπείας, άνιση μεταχείριση, επεξεργασία νερού, επεξεργασία ύδατος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης treatment

θεραπευτική αγωγή

noun (medical)

He went into hospital for treatment.
Μπήκε στο νοσοκομείο για θεραπευτική αγωγή.

μεταχείριση, συμπεριφορά, αντιμετώπιση

noun (handling)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
No one can expect to receive special treatment.
Κανείς δεν μπορεί να περιμένει ιδιαίτερη μεταχείριση.

συμπεριφορά

noun (behaviour)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Your treatment of that dog is unacceptable.
Η συμπεριφορά σου προς αυτό το σκυλί είναι απαράδεκτη.

αντιμετώπιση

noun (literature)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I like this book's treatment of children.

χρήση

noun (art)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The artist's treatment of light is very eye-catching.

σκωληκοκτόνος θεραπεία

noun (remedy for parasites) (ιατρική)

My dog ate some garbage, so I had to take him to the vet and get him an anti-worm treatment.

κούρα ομορφιάς

noun (cosmetic procedure)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

θεραπεία για τον καρκίνο

noun (medical care for cancer)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Radiation and chemotheraphy are the usual treatments for cancer.

θεραπευτική αγωγή

noun (therapy to cure [sth])

φαρμακευτική θεραπεία

noun (medication for illness)

απεξάρτηση

noun (therapy for drug addiction)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

θερμική κατεργασία

noun (metalworking process)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Heat treatment may be used to strengthen metals.

θεραπεία με υπεριώδη ακτινοβολία

noun (physical therapy)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Giving localized heat treatment to sprained muscles can help them heal faster.

ανθρώπινη μεταχείριση

noun (compassionate handling) (μεταφορικά)

κακομεταχείριση

noun (poor handling of [sb/sth])

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ιατρική παρακολούθηση, θεραπεία

noun (attention of a medical professional)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The crash survivors required medical treatment.

θεραπεία για εξωτερικό ασθενή, ιατρική φροντίδα για εξωτερικό ασθενή, περίθαλψη για εξωτερικό ασθενή

noun (medical care without overnight stay)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ευνοϊκή μεταχείριση

noun (active prejudice in favour of [sb])

Of course he gets preferential treatment--his father owns the company. // Regular customers are given preferential treatment because they provide 80% of our income.

ιδιαίτερη μεταχείριση, ειδική μεταχείριση, προνομιακή μεταχείριση

noun (special treatment)

ενδοδοντική θεραπεία

noun (dental treatment)

Doctor Gottadrille is an expert providing root canal treatment.

θεραπεία με ηλεκτροσοκ

noun (colloquial (electroconvulsive treatment)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The shock therapy did more harm than good.

θεραπεία σπα

noun (health, beauty therapy)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ειδική μεταχείριση

noun (preferential kindness or allowance)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Billy received special treatment at the hospital because his illness was so serious.

χειρουργική επέμβαση

noun (operation, surgery)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ιατρείο

noun (doctor's office)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

δωμάτιο θεραπείας

noun (room in health spa or beauty salon)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The woman waited in the treatment room for the masseuse to arrive.

άνιση μεταχείριση

noun (discrimination, prejudice)

The female nurses received unequal treatment with respect to their male colleagues.

επεξεργασία νερού, επεξεργασία ύδατος

(purifying water)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του treatment στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του treatment

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.