Τι σημαίνει το visit στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης visit στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του visit στο Αγγλικά.

Η λέξη visit στο Αγγλικά σημαίνει επισκέπτομαι, επισκέπτομαι, κάνω επίσκεψη, επισκέπτομαι, πηγαίνω, διαμονή, επίσκεψη, επίσκεψη, κάνω επίσκεψη, κουβεντιάζω, επισκέπτομαι, επιθεωρώ, προσβάλλομαι, επισκέπτομαι, ραντεβού στον γιατρό, σύντομη επίσκεψη, ξενάγηση, επίσκεψη κατ' οίκον, πάω σε κπ/κτ, πηγαίνω σε κπ/κτ, πάω στην τουαλέτα, πάω στο μπάνιο, επισκέπτομαι, διαγνωστική εξέταση, επισκέπτομαι. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης visit

επισκέπτομαι

transitive verb (go to see [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My parents are coming to visit us.
Έρχονται οι γονείς μου να μας επισκεφτούν.

επισκέπτομαι

transitive verb (go to see [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
On our trip, we visited many monuments.
Στο ταξίδι μας επισκεφτήκαμε πολλά μνημεία.

κάνω επίσκεψη

intransitive verb (make a visit)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
My parents are going to visit.
Οι γονείς μου θα έρθουν να μου κάνουν επίσκεψη.

επισκέπτομαι

transitive verb (go to, come to a place)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We're going to visit the coast.
Θα πάμε στην παραλία.

πηγαίνω

transitive verb (stop at)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I need to visit the drug store.
Πρέπει να πάω στο φαρμακείο.

διαμονή

noun (stay)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I went to Paris for a two-week visit.

επίσκεψη

noun (stay as a guest)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My brother dropped in for a few days for a visit.
Ο αδερφός μου ήρθε πριν μερικές μέρες για επίσκεψη.

επίσκεψη

noun (stop)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We spent a lot of time preparing for the CEO's visit to our branch office.
Αφιερώσαμε πολύ χρόνο στην προετοιμασία για την επίσκεψη του Διευθύνοντος Συμβούλου στο υποκατάστημά μας.

κάνω επίσκεψη

intransitive verb (keep company briefly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I hope my friend will visit for tea.

κουβεντιάζω

intransitive verb (US (have friendly conversation)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They can sit and visit for hours.
Μπορούν να κάθονται και να τα λένε με τις ώρες.

επισκέπτομαι

transitive verb (be a guest in, at)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Many celebrities visit this hotel.

επιθεωρώ

transitive verb (inspect officially)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The general visited the soldiers of the 552nd M.P. Company.

προσβάλλομαι

transitive verb (literary (afflict)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He was visited by a mysterious illness.

επισκέπτομαι

transitive verb (view website)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Please visit our website for more information.

ραντεβού στον γιατρό

noun (scheduled medical appointment)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

σύντομη επίσκεψη

noun (brief visit)

Fiona paid her family a flying visit, as she was passing their house on her way to a conference.

ξενάγηση

noun (tour with commentary)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

επίσκεψη κατ' οίκον

noun (healthcare at [sb]'s home)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

πάω σε κπ/κτ, πηγαίνω σε κπ/κτ

verbal expression (informal (go to)

My tooth hurts; I need to make a visit to the dentist.

πάω στην τουαλέτα, πάω στο μπάνιο

verbal expression (UK, slang, euphemism (go to the toilet)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

επισκέπτομαι

verbal expression (go and see [sb]) (κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I haven't seen my parents since Christmas. It's time to pay them a visit.

διαγνωστική εξέταση

noun (medical consultation, diagnostic test)

επισκέπτομαι

verbal expression (spend time with [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του visit στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του visit

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.