Τι σημαίνει το hit στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης hit στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του hit στο Αγγλικά.

Η λέξη hit στο Αγγλικά σημαίνει χτυπάω, χτυπώ, χτυπάω, χτυπάω, χτυπώ, χτυπάω, χτυπώ, πετυχαίνω, βρίσκω, κάνω, πιάνω, χτυπάω, στόχος, σουξέ, χιτ, χτύπημα, κτύπημα, σουξέ, χιτ, επίσκεψη, αποτέλεσμα, δολοφονικό χτύπημα, δολοφονικό κτύπημα, δόση, χτύπημα, κτύπημα, χτύπημα βάσης, κτύπημα βάσης, χτυπάω, χτυπώ, μου περνάει από το μυαλό, αποτελώ πλήγμα, είμαι πλήγμα, καρφώνω, το ρίχνω, πλήττω, ανταποδίδω, εκδικούμαι, ξεπληρώνω, ανταποδίδω, παίρνω εκδίκηση από κπ, απαντάω σε κπ, σκοράρω, περιγράφω για να σατιρίσω, μιμούμαι κάποιον ειρωνικά, την πέφτω σε κπ, ανακαλύπτω, εφευρίσκω, επιτίθεμαι, γίνομαι εχθρικός, γίνομαι επιθετικός, επιτίθεμαι σε κπ, τρυπιέμαι, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, με χτυπάει αυτοκίνητο, μεγάλη επιτυχία, μεγάλη επιτυχία, μακρινό χτύπημα ώστε ο ροπαλιστής να φτάσει στη δεύτερη βάση, που έχει πληγεί, που έχει δεχθεί πλήγμα, βρίσκομαι σε αδιέξοδο, θίγω ένα ευαίσθητο ζήτημα, απρόβλεπτος, αμφίβολος, χτυπάω κάτω από τη ζώνη, χτυπώ κάτω από τη ζώνη, με χτυπάει κεραυνός, τσούζω, πετυχαίνω διάνα, την κάνω, τα πάω καλά, λίστα υποψήφιων θυμάτων, λίστα στόχων, τσαρτς, φτάνω στον πάτο, επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά, επιτυχημένη θεατρική παράσταση, διαβάζω, το ρίχνω στο ποτό, πέφτω στο έδαφος, στραβώνω, όταν μαθευτεί κτ, κάνω δυνατό ξεκίνημα, ξεκινάω αμέσως, βγαίνω στις ειδήσεις, κερδίζω το πρώτο βραβείο, την κάνω λαχείο, πετυχαίνω τον στόχο, κάνω για κτ, το πετυχαίνω, φεύγω, είμαι εκτός εαυτού, βγαίνω εκτός εαυτού, πάω για ύπνο, κλονίζομαι, παίρνω την κάτω βόλτα, πατώνω, κτ είναι ό,τι πρέπει, πετυχαίνω, κατορθώνω, καταφέρνω, πέφτω σε τέλμα, πλευρίζω κπ για κτ, πλευρίζω κπ για κτ, χτυπάω κπ στο ευαίσθητο σημείο του, εγκατάλειψη θύματος τροχαίου ατυχήματος, οδηγός που εγκαταλείπει το θύμα μετά από τροχαίο, υποτακτικός, πληρωμένη δολοφόνος, πιάνω την καλή, τραγουδιστής που έκανε μία μόνο επιτυχία, χτύπημα του πίτσερ ανάγκης στο μπέιζμπολ, αντικαθιστώ τον επιθετικό πίτσερ, αντικαθιστώ, κάτι που κάνει πάταγο/επιτυχία/σουξέ, τριπλό χτύπημα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης hit

χτυπάω, χτυπώ

transitive verb (punch: [sb]) (κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He hit his brother in the stomach with his fist.
Χτύπησε τον αδερφό του στο στομάχι με τη γροθιά του.

χτυπάω

transitive verb (strike: [sth]) (κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He hit the tree with his car.
Προσέκρουσε σε ένα δέντρο με το αυτοκίνητό του.

χτυπάω, χτυπώ

transitive verb (knock: part of body) (μέρος σώματος)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He was so tall that he had to make an effort not to hit his head when he walked through a door.
Ήταν τόσο ψηλός που έπρεπε να κάνει προσπάθεια για να μη χτυπήσει το κεφάλι του, όταν περνούσε από πόρτες.

χτυπάω, χτυπώ

transitive verb (knock: part of body) (κάτι σε κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The child fell over and hit his head on the wooden floor.
Το παιδί έπεσε και χτύπησε το κεφάλι του στο ξύλινο πάτωμα.

πετυχαίνω, βρίσκω

transitive verb (reach: a target) (στόχο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The arrow hit the target.
Το βέλος πέτυχε τον στόχο.

κάνω, πιάνω, χτυπάω

transitive verb (reach: a high, low) (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The stock hit a record high today on the earnings news.
Η μετοχή έκανε νέο υψηλό ρεκόρ σήμερα στα χρηματιστηριακά νέα.

στόχος

noun (shot: hits target)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Of your five arrows, you got three hits.
Από τις πέντε βολές σου, μόνο οι τρεις ήταν εύχτοχες.

σουξέ, χιτ

noun (informal (success) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The film was a hit with teenagers.
Η ταινία είχε μεγάλη επιτυχία στους εφήβους.

χτύπημα, κτύπημα

noun (golf: stroke)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
In golf, you only get one hit off the tee.

σουξέ, χιτ

noun (successful pop song) (τραγούδι)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
His new song is a massive hit.
Το νέο του τραγούδι είναι τεράστια επιτυχία.

επίσκεψη

noun (visit to a web page)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We have seen a lot of hits on the new website.

αποτέλεσμα

noun (internet: search result) (αναζήτησης)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My first search did not return many hits.

δολοφονικό χτύπημα, δολοφονικό κτύπημα

noun (slang (murder)

The mafia boss ordered the hit on his former associate.

δόση

noun (slang (drug) (ναρκωτικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Another hit from the pipe satisfied the addict.
Μια ακόμα τζούρα από την πίπα ικανοποίησε τον ναρκομανή.

χτύπημα, κτύπημα

noun (informal (criticism) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I am sick of the constant hits I am getting because of what I said.

χτύπημα βάσης, κτύπημα βάσης

noun (baseball)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The player had three hits today, but no runs.

χτυπάω, χτυπώ

intransitive verb (strike a blow)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Despite his pleas, she just kept hitting.
Παρά τις παρακλήσεις του, αυτή συνέχισε να βαράει.

μου περνάει από το μυαλό

transitive verb (informal, figurative (idea: occur) (καθομιλουμένη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It never hit me that I could post the documents.

αποτελώ πλήγμα, είμαι πλήγμα

transitive verb (informal, figurative (make suffer)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The news of her father's death hit her hard.

καρφώνω

transitive verb (sports: score) (καθομιλουμένη, μτφ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
And he hits the basket to tie the game!

το ρίχνω

transitive verb (slang, figurative (use, indulge in) (σε κάτι)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
After a bad day at work, he tends to hit the gin.
Μετά από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά, το ρίχνει στο τζιν.

πλήττω

transitive verb (affect)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The town was hit by the storm on Tuesday.

ανταποδίδω, εκδικούμαι, ξεπληρώνω

phrasal verb, intransitive (retaliate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Iran has warned it will hit back if it is attacked by the United States.

ανταποδίδω

phrasal verb, intransitive (figurative (respond to criticism) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Parents have hit back, saying the accusations about their children are unfounded.
Οι γονείς ανταπέδωσαν λέγοντας ότι οι κατηγορίες για τα παιδιά τους δεν έχουν βάση.

παίρνω εκδίκηση από κπ

(retaliate against)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The victim of the attempted mugging hit back at his attackers, and they ran off empty-handed.

απαντάω σε κπ

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative (respond to criticism)

The pop star has hit back at her critics with a series of tweets.

σκοράρω

phrasal verb, transitive, separable (baseball: win points from hit)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The batter hit in two runners.

περιγράφω για να σατιρίσω

phrasal verb, transitive, inseparable (describe aptly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μιμούμαι κάποιον ειρωνικά

phrasal verb, transitive, inseparable (imitate in order to satirize)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

την πέφτω σε κπ

phrasal verb, transitive, inseparable (mainly US, slang (flirt with, try to seduce) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Gladys told the guy who was hitting on her to get lost.
Η Γλάντις είπε στον τύπο που της τιν έπεφτε να πάει στα τσακιίδια.

ανακαλύπτω, εφευρίσκω

phrasal verb, transitive, inseparable (idea, plan: devise, discover)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I have hit upon a great way to save money: stay in bed all day!
Ανακάλυψα έναν υπέροχο τρόπο για να εξοικονομήσω χρήματα: να μείνω στο κρεβάτι όλη μέρα!

επιτίθεμαι

phrasal verb, intransitive (figurative (show aggression) (όχι βία)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

γίνομαι εχθρικός, γίνομαι επιθετικός

(figurative (show aggression to)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
After Tony had teased him for more than an hour, Pete finally hit out at him.
Αφού ο Τόνι τον πείραζε για παραπάνω από μία ώρα, ο Πιτ τελικά έγινε επιθετικός.

επιτίθεμαι σε κπ

(figurative (criticize)

The actress has hit out at critics, who she claims have misunderstood her performance.

τρυπιέμαι

phrasal verb, intransitive (slang (shoot up, inject drugs) (αργκό: ναρκωτικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The addicts in the alley were hitting up.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (type of baseball hit)

The batter got a base hit and the runner scored easily.

με χτυπάει αυτοκίνητο

verbal expression (be knocked down)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Greg crossed the street without checking for traffic, and was consequently hit by a car.
Ο Γκρεγκ πέρασε τον δρόμο χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία, με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει αυτοκίνητο.

μεγάλη επιτυχία

noun (informal (success)

Max's spaghetti Bolognese was a big hit with his girlfriend.

μεγάλη επιτυχία

noun (popular song)

'Take Me Out' by Franz Ferdinand was one of the big hits of 2004.
Το «Take me Out» του Φραντς Φέρτιναντ ήταν μια από τις μεγάλες επιτυχίες του 2004.

μακρινό χτύπημα ώστε ο ροπαλιστής να φτάσει στη δεύτερη βάση

noun (baseball)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The batter hit a double.

που έχει πληγεί, που έχει δεχθεί πλήγμα

adjective (suffering setback)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βρίσκομαι σε αδιέξοδο

verbal expression (figurative, informal (meet an obstacle)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
If I hit a brick wall while writing, I find a thirty-minute run helps me to refocus.

θίγω ένα ευαίσθητο ζήτημα

verbal expression (figurative (raise a sensitive issue)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

απρόβλεπτος, αμφίβολος

adjective (unpredictable, unreliable)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The weather is very hit and miss for July - rain one day, sunshine the next.

χτυπάω κάτω από τη ζώνη, χτυπώ κάτω από τη ζώνη

verbal expression (figurative (not be fair or sporting) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

με χτυπάει κεραυνός

verbal expression (be struck by electrical bolt)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Last night during the storm, the ancient oak tree in our front yard was hit by lightning and splintered into shards.

τσούζω

verbal expression (figurative (affect [sb] personally) (μτφ, καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Even though he wasn't talking about me, the speaker's comments about being sympathetic to your children hit close to home.

πετυχαίνω διάνα

(informal, figurative (make impact) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The extent of Ruth's weight problem really hit home when she saw a picture of herself on a night out.

την κάνω

verbal expression (figurative (leave) (μεταφορικά, αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

τα πάω καλά

verbal expression (slang (get on well) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Me and my new roommate hit it off from the start.
Εγώ και η καινούρια μου συγκάτοικος μου τα πάμε καλά απ' την αρχή.

λίστα υποψήφιων θυμάτων

noun (slang (people to be murdered)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

λίστα στόχων

noun (figurative, slang (people, actions to eliminate)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

τσαρτς

noun (dated (pop music charts)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Which song was at the top of the hit parade on this day in 1963?

φτάνω στον πάτο

verbal expression (figurative, informal (reach lowest, worst level) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Mike hit rock bottom when he failed all his exams.

επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά

noun (successful tv series)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Friends was a hit show on both sides of the Atlantic.

επιτυχημένη θεατρική παράσταση

noun (successful stage production)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

διαβάζω

verbal expression (study)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
My economics course is really difficult; I'm going to have to hit the books every day in order to understand it.

το ρίχνω στο ποτό

verbal expression (slang, figurative (drink alcohol excessively) (αργκό, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
After the death of his beloved wife, the young man began to hit the bottle every night.

πέφτω στο έδαφος

verbal expression (figurative, informal (drop to the ground to protect oneself) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
At the first sound of a gunshot, everybody in the room hit the deck.

στραβώνω

verbal expression (slang (become difficult or unpleasant) (αργκό, μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

όταν μαθευτεί κτ

expression (slang, vulgar (disturbing facts: become public)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κάνω δυνατό ξεκίνημα

verbal expression (informal, figurative (begin enthusiastically)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She hit the ground running when she started her new job.

ξεκινάω αμέσως

verbal expression (informal, figurative (begin fully prepared)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
This position requires someone experienced who can hit the ground running.

βγαίνω στις ειδήσεις

verbal expression (be prominently featured in the news)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The Governor's career was finished when it hit the headlines that he had used state funds to hire a hooker.

κερδίζω το πρώτο βραβείο

verbal expression (gambling: win the top prize) (κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She played the slot machines everyday, but had yet to hit the jackpot.

την κάνω λαχείο

verbal expression (figurative (be lucky) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Such a beautiful hotel room for such a low price! We've really hit the jackpot this time!

πετυχαίνω τον στόχο

verbal expression (figurative (satisfy [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κάνω για κτ

verbal expression (figurative (be suitable for [sth])

το πετυχαίνω

verbal expression (figurative (be exactly right)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Russell's comment really hit the nail on the head.

φεύγω

verbal expression (slang, figurative (leave, start a journey)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
We rose early and hit the road before 7.00 am.

είμαι εκτός εαυτού, βγαίνω εκτός εαυτού

verbal expression (figurative, informal (person: get angry) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When I told my boss what had happened, he hit the roof.

πάω για ύπνο

verbal expression (figurative, slang (go to bed)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κλονίζομαι

verbal expression (informal, figurative (get into difficulties)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

παίρνω την κάτω βόλτα

verbal expression (informal (decline in status or value) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πατώνω

verbal expression (informal (fail) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κτ είναι ό,τι πρέπει

verbal expression (figurative (satisfy craving)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτό το κρύο καρπούζι είναι ό,τι πρέπει.

πετυχαίνω

verbal expression (take successful aim at [sth]) (κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κατορθώνω, καταφέρνω

verbal expression (figurative (achieve a goal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πέφτω σε τέλμα

verbal expression (figurative (reach a mental or physical limit) (άτομο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The marathon runner's endurance hit the wall around the 20th mile.

πλευρίζω κπ για κτ, πλευρίζω κπ για κτ

verbal expression (slang (approach for: money)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Watch out for Ralph, he's always hitting people up for money.
Να προσέχεις τον Ραλφ, πάντοτε πλευρίζει τους άλλους για χρήματα.

χτυπάω κπ στο ευαίσθητο σημείο του

verbal expression (figurative (attack [sb]'s weak spot) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
His divorce hit him where it hurts: in his wallet. When he said I was ugly, he hit me where it hurts.
Το διαζύγιο τον χτύπησε στο ευαίσθητο σημείο του: το πορτοφόλι του.

εγκατάλειψη θύματος τροχαίου ατυχήματος

noun (fleeing the scene after a collision)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The collision would have been considered an accident, but after the driver sped off it became a hit-and-run.

οδηγός που εγκαταλείπει το θύμα μετά από τροχαίο

noun ([sb]: leaves accident scene)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The police went to auto body repair shops to find the hit-and-run driver's car.

υποτακτικός

noun (does unpleasant tasks) (μειωτικό)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

πληρωμένη δολοφόνος

noun (female hired murderer)

πιάνω την καλή

verbal expression (informal (be a success) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I moved to Hollywood, trying to make the big time.

τραγουδιστής που έκανε μία μόνο επιτυχία

noun (informal (pop performer only successful once)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χτύπημα του πίτσερ ανάγκης στο μπέιζμπολ

noun (baseball; hit made by pinch hitter)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

αντικαθιστώ τον επιθετικό πίτσερ

transitive verb (baseball: substitute for [sb] at bat) (μπέιζμπολ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The rookie was put in the line-up to pinch hit for the pitcher in the ninth inning.
O πρωτοεμφανιζόμενος παίκτης ετοιμάστηκε να αντικαταστήσει τον επιθετικό πίτσερ στον ένατο γύρο.

αντικαθιστώ

intransitive verb (figurative (substitute for another)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κάτι που κάνει πάταγο/επιτυχία/σουξέ

noun (slang ([sth] very popular) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Walk on the Wild Side was a smash hit for Lou Reed in 1972.

τριπλό χτύπημα

noun (baseball) (στο μπέιζμπολ)

The crowd cheered when the batter hit a triple.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του hit στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του hit

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.