Τι σημαίνει το sharp στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης sharp στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του sharp στο Αγγλικά.

Η λέξη sharp στο Αγγλικά σημαίνει κοφτερός, οξύς, καθαρός, ευδιάκριτος, έξυπνος, έξυπνος, σκληρός, οξύς, έντονος, που κόβει το μάτι του, τσουχτερός, κομψός, απότομος, αετονύχης, απότομος, πικάντικος, διαπεραστικός, οξύς, δίεση, διαπεραστικός, οξύς, ακριβώς, απότομα, δίεση, δίεση, ειδικός, αιχμηρό αντικείμενο, είμαι ψηλά ένα ημιτόνιο, ανεβαίνω ένα ημιτόνιο, χαρτοκλέφτης, χαρτοκλέφτρα, Κουνήσου!, είμαι κομψός, είμαι καλοντυμένος, βιάζομαι, εύστροφος, πολύ κοφτερός, ευφυέστατος, πανέξυπνος, ξυράφι, σπίρτο, αιχμηρό άκρο, το πιο δύσκολο κομμάτι, το δυσκολότερο κομμάτι, παρατηρητικότητα, οξυδέρκεια, που έχει καλή μύτη, που έχει σουβλερή μύτη, νότα οξύτερη κατά ένα ημιτόνιο, νότα υψωμένη κατά ένα ημιτόνιο, έντονος πόνος, σφάχτης, σουβλιά, απότομη αύξηση, απότομη αύξηση, κλειστή/απότομη στροφή, κοφτερός, οξυδερκής, με έντονα χαρακτηριστικά, είδος γερακιού, που έχει οξεία όραση, οξυδερκής, οξύθυμος, δηκτικός. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης sharp

κοφτερός

adjective (able to cut or pierce) (κόβει καλά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The new knife was sharp.
Το καινούριο μαχαίρι ήταν κοφτερό.

οξύς

adjective (vision: not blurry)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
With his glasses on, his vision was sharp.
Όταν φορούσε τα γυαλιά του, είχε οξεία όραση.

καθαρός, ευδιάκριτος

adjective (image: distinct)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The image gradually came into focus until it was perfectly sharp.

έξυπνος

adjective (figurative (person: witty)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He was really sharp - always making funny comments.
Ήταν πραγματικά έξυπνος κι έκανε διαρκώς αστεία σχόλια.

έξυπνος

adjective (figurative (intelligent)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
They decided to hire the sharpest of the candidates.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο γιος του είναι πολύ έξυπνος, σπίρτο!!

σκληρός

adjective (figurative (comment: hurtful)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
His sharp comments really hurt her feelings.
Τα σκληρά (or: αιχμηρά) του σχόλια πλήγωσαν πραγματικά τα αισθήματά της.

οξύς, έντονος

adjective (figurative (feeling, pain: intense)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I have a sharp pain in my back.
Έχω έναν οξύ (or: έντονο) πόνο στην πλάτη.

που κόβει το μάτι του

adjective (figurative (quick to see) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My editor's eye for typos is sharp.
Το μάτι του επιμελητή μου κόβει όσον αφορά τα τυπογραφικά λάθη.

τσουχτερός

adjective (figurative (brisk, cold)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There was a sharp wind that a light jacket couldn't guard against.
Ο αέρας ήταν τόσο τσουχτερός που ένα ελαφρύ μπουφάν δεν μπορούσε να σε προστατέψει.

κομψός

adjective (figurative, informal (clean-cut, well-dressed)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
His sharp new look included short hair and an Italian suit.

απότομος

adjective (figurative (abrupt)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Next, you need to make a sharp right turn onto the next street.
Στη συνέχεια πρέπει να πάρεις μια απότομη στροφή προς τα δεξιά στον επόμενο δρόμο.

αετονύχης

adjective (figurative, informal (dishonest, sly) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
John is a sharp one - you can't really trust him.

απότομος

adjective (figurative (temper: severe)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
His sharp temper lost him his last job.

πικάντικος

adjective (figurative (strongly flavored)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
This is a really sharp cheese; I prefer something milder.
Είναι πραγματικά πικάντικο αυτό το τυρί. Προτιμώ κάτι με πιο ήπια γεύση.

διαπεραστικός, οξύς

adjective (high-pitched and loud)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There was a sharp sound coming from the car's engine.

δίεση

adjective (music: F sharp, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Let's change that note from A to A sharp.

διαπεραστικός, οξύς

adjective (with too high a pitch)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The guitar string played sharp so he had to tune it.

ακριβώς

adverb (time: precisely)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Please be at the meeting at three o'clock sharp.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ραντεβού στις δέκα νταν. Μην αργήσεις!

απότομα

adverb (abruptly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He turned the car sharp right.

δίεση

noun (musical note) (μουσική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
You need to play a sharp here, not a natural.
Εδώ πρέπει να παίξεις δίεση, όχι ύφεση.

δίεση

noun (musical symbol: #)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The pianist did not notice the sharp at the top of page two, and played the wrong note.

ειδικός

noun (dated, informal (expert)

We better bring in the sharps to analyse this.

αιχμηρό αντικείμενο

noun (needle)

Please deposit all sharps in a special container.
Παρακαλώ, τοποθετήστε όλα τα αιχμηρά αντικείμενα στο ειδικό δοχείο.

είμαι ψηλά ένα ημιτόνιο

intransitive verb (US (music: be half a tone too high)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You sharped all through the first twenty bars.

ανεβαίνω ένα ημιτόνιο

transitive verb (US (music: raise half a tone)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You need to sharp that F at bar sixteen.

χαρτοκλέφτης, χαρτοκλέφτρα

noun (informal (swindler)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
My friend lost all his money in a poker game with a card sharp.

Κουνήσου!

interjection (UK, figurative, slang (hurry) (αργκό, μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Look sharp! I want to get there on time.

είμαι κομψός, είμαι καλοντυμένος

(figurative, informal (be stylish)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Everyone looked sharp at the awards ceremony.

βιάζομαι

verbal expression (UK, figurative, slang (hurry)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
If you want to get ready in time for the party, you'd better look sharp about it.

εύστροφος

adjective (intelligent, fast-thinking)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
His quick-witted comment made the room laugh.

πολύ κοφτερός

adjective (blade, etc.: dangerously sharp)

ευφυέστατος, πανέξυπνος

adjective (figurative (quick-thinking)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ξυράφι, σπίρτο

adjective (informal (intelligent, quick witted) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

αιχμηρό άκρο

noun (point of a blade)

το πιο δύσκολο κομμάτι, το δυσκολότερο κομμάτι

noun (UK, informal, figurative (difficult part, part most affected by problems)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παρατηρητικότητα, οξυδέρκεια

noun (figurative (keen powers of observation) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He has a sharp eye for spelling mistakes.

που έχει καλή μύτη

adjective (informal, figurative (having a good sense of smell) (καλή όσφρηση)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

που έχει σουβλερή μύτη

adjective (with pointed nose)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

νότα οξύτερη κατά ένα ημιτόνιο, νότα υψωμένη κατά ένα ημιτόνιο

noun (music: note that is a semitone higher) (μουσική)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

έντονος πόνος, σφάχτης, σουβλιά

noun (acute and severe physical discomfort)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The sharp pain in his chest indicated a possible heart attack.

απότομη αύξηση

noun (spike, dramatic rise)

απότομη αύξηση

noun (sudden and dramatic increase)

κλειστή/απότομη στροφή

noun (abrupt curve in a road)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The house is located just past the sharp turn in the road.

κοφτερός

adjective (with thin tapered edges)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

οξυδερκής

adjective (figurative (having keen sight, observant)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

με έντονα χαρακτηριστικά

adjective (facial features)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

είδος γερακιού

noun (small bird of prey)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

που έχει οξεία όραση

adjective (literal (having keen eyesight, observant)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

οξυδερκής

adjective (figurative (perceptive, insightful)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

οξύθυμος

adjective (becomes angry suddenly)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

δηκτικός

adjective (figurative (person, criticism: harsh)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του sharp στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του sharp

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.