Τι σημαίνει το ship στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης ship στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του ship στο Αγγλικά.

Η λέξη ship στο Αγγλικά σημαίνει πλοίο, στέλνω, στέλνω κτ σε κτ, αποστέλλομαι, -, -, -, μεταθέτω, αεροπλάνο, μαζεύω, φεύγω, αφήνω, παρατώ, στέλνω, έγκατα του πλοίου, φορτηγό πλοίο, φορτηγό πλοίο, κρουαζιερόπλοιο, σκάφος συνοδείας, πλωτό νοσοκομείο, εγκαταλείπω, μητρικό σκάφος, πλοίο του ναυτικού, πειρατικό πλοίο, πειρατικό καράβι, πύραυλος, έχω τα πάντα υπό έλεγχο, ιστιοφόρο, σκάφος για το κυνήγι της φώκιας, χαιρετισμός σε άλλο καράβι, προμηθευτής πλοίου, νεκροταφείο πλοίων, πλοήγηση, ημερολόγιο πλοίου, πηδάλιο, ημερομηνία αποστολής, πλοίο/σκάφος ίδιου τύπου, πλοίο μεταφοράς σκλάβων, πλοίο ανεφοδιασμού, είδος ιστιοφόρου, στιβαρή επιχείρηση, πλοίο μεταφοράς στρατιωτικού εξοπλισμού, πολεμικό πλοίο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης ship

πλοίο

noun (large boat)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The ship with all the merchandise should arrive on January 24.
Το καράβι με όλο το εμπόρευμα αναμένεται να φτάσει στις 24 Ιανουαρίου.

στέλνω

transitive verb (send: goods)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We will ship the books tomorrow.
Θα αποστείλουμε τα βιβλία αύριο.

στέλνω κτ σε κτ

(send or post to)

I requested that the company ship my order to my home address.
Ζήτησα από την εταιρία να αποστείλει την παραγγελία στη διεύθυνση του σπιτιού μου.

αποστέλλομαι

intransitive verb (goods: be sent)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The product will ship tomorrow.
Το προϊόν θα αποσταλεί αύριο.

-

suffix (noun: denotes skill) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
For example: penmanship, swordsmanship, workmanship

-

suffix (noun: denotes state) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
For example: friendship, fellowship, comradeship

-

suffix (noun: denotes rank) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
For example: Ladyship

μεταθέτω

transitive verb (figurative (relocate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
His company shipped him to Richmond to open a new office.
Η εταιρεία του τον μετέθεσε στο Ρίτσμοντ για να ανοίξει νέο γραφείο.

αεροπλάνο

noun (informal (plane)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Let's get this ship off the ground!

μαζεύω

transitive verb (stow: oars)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The rowers shipped their oars as they pulled into shore.
Οι κωπηλάτες μάζεψαν τα κουπιά καθώς πλησίασαν στην ακτή.

φεύγω, αφήνω, παρατώ

phrasal verb, intransitive (informal, figurative (leave or quit)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

στέλνω

phrasal verb, transitive, separable (send, post)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

έγκατα του πλοίου

plural noun (figurative (vessel's interior)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φορτηγό πλοίο

noun (freighter, container ship)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

φορτηγό πλοίο

noun (tanker)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Container ships can carry vast amounts of cargo over huge distances.
Τα φορτηγά πλοία μπορούν να μεταφέρουν τεράστια φορτία διανύοντας μεγάλες αποστάσεις.

κρουαζιερόπλοιο

noun (large passenger liner)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My ideal vacation is to relax on a cruise ship in the Caribbean for seven days.

σκάφος συνοδείας

noun (ship that accompanies another)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πλωτό νοσοκομείο

noun (vessel used as medical facility)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
After the naval battle the wounded were taken to the hospital ship for treatment.

εγκαταλείπω

verbal expression (figurative (flee without permission)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

μητρικό σκάφος

(nautical)

πλοίο του ναυτικού

noun (military vessel)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

πειρατικό πλοίο, πειρατικό καράβι

noun (vessel sailed by sea robbers)

πύραυλος

noun (type of spacecraft)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
If I had a rocketship, I could fly to the moon!
Αν είχα έναν πύραυλο, θα μπορούσα να πετάξω μέχρι το φεγγάρι!

έχω τα πάντα υπό έλεγχο

verbal expression (be a strict, efficient manager)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ιστιοφόρο

noun (vessel rigged with sails)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σκάφος για το κυνήγι της φώκιας

noun (boat from which seals are hunted)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

χαιρετισμός σε άλλο καράβι

interjection (nautical: used on sighting a vessel)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Captain Murphy yelled "Ship ahoy!" when he sighted the other ship in the fog.

προμηθευτής πλοίου

noun (dealer in ship supplies)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

νεκροταφείο πλοίων

noun (scrap yard for old sailing vessels) (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

πλοήγηση

noun (directing the course of a sailing vessel) (πλοίο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ημερολόγιο πλοίου

noun (book for recording ship's data)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The ship's log showed that the ship was heading northeast at the time of the collision.

πηδάλιο

noun (helm: steering wheel of a sailing vessel)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ημερομηνία αποστολής

noun (day when a consignment is sent out)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πλοίο/σκάφος ίδιου τύπου

noun (vessel of same design)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πλοίο μεταφοράς σκλάβων

noun (vessel carrying people to slavery)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The slave ship sank in the storm and was never found.

πλοίο ανεφοδιασμού

noun (vessel carrying supplies)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The supply ship did not arrive in port on time.

είδος ιστιοφόρου

noun (type of large sailing ship)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The tall ships came into the harbor with sails unfurled at each mast.

στιβαρή επιχείρηση

noun (figurative (efficient operation)

πλοίο μεταφοράς στρατιωτικού εξοπλισμού

noun (vessel carrying military equipment)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πολεμικό πλοίο

noun (seagoing combat vessel)

The warship was capable of firing guns, torpedoes, and missiles.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του ship στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του ship

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.