Τι σημαίνει το body στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης body στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του body στο Αγγλικά.

Η λέξη body στο Αγγλικά σημαίνει σώμα, σώμα, όργανο, αμάξωμα, σώμα, σώμα, σώμα, άνθρωπος, σώμα, κορμάκι, συμβουλευτικό σώμα, βασική θερμοκρασία σώματος, μυρωδιά, ολοκληρωτικά, πανοπλία, θωράκιση σώματος, body art, σάκος διακομιδής πτωμάτων, χτύπημα στο σώμα, αναποδιά, κακοτυχία, μπόντι μπίλντερ, περιποίηση σώματος, περιποίησης σώματος, οπή, μπλοκάρω κπ με το σώμα, μπλοκάρω με το σώμα, χημική σύσταση, εταιρεία, επιχείρηση, αριθμός των νεκρών, αντικαταστάτης ηθοποιού, σωσίας, σωματικό λίπος, θερμοκρασία σώματος, εικόνα σώματος, γλώσσα του σώματος, δείκτης μάζας σώματος, σωματική οσμή, σύνολο στοιχείων, σύνολο γνώσεων, μάζα νερού, το σύνολο του έργου, σωματικός πόνος, body painting, μέρος του σώματος, body piercing, body piercing, πολιτικό σώμα, προϊόν απολέπισης σώματος, κάνω σωματική έρευνα, συνεργείο, τυμβωρύχος, κυνηγός ταλέντων, σωματότυπος, τύπος κειμένου, αφρόλουτρο, βάρος σώματος, σωματικό βάρος, κάνω body shaming σε κπ, body-shaming, μπόντι μπίλντερ, κυτταρικό σώμα, πτώμα, επιτροπή λήψης αποφάσεων, ξένο σώμα, ολόσωμος, φορέας χρηματοδότησης, διευθύνον όργανο, υγιές σώμα, ουράνιο σώμα, ανθρώπινο σώμα, νομοθετικό συμβούλιο, κάτω μέρος του σώματος, κύτος, εξωσωματική εμπειρία, πάνω από το πτώμα μου, επίφυση, διοικητική αρχή, σέξυ σώμα, σέξυ κορμί, μαθητές, φοιτητές, κεντρικός φορέας, πάνω μέρος του σώματος, υαλοειδές, αεροσκάφος φαρδιάς ατράκτου, ρακέτα με φαρδύ προφίλ, εύσωμος, φαρδιάς ατράκτου, εύσωμος, με φαρδύ προφίλ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης body

σώμα

noun (anatomy, physique)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Jody takes care of her body by doing exercise.
Η Τζόντι φροντίζει το κορμί της κάνοντας γυμναστική.

σώμα, όργανο

noun (organisation, organization)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The World Court is the only global judicial body.
Το Διεθνές Δικαστήριο είναι ένας παγκόσμιος δικαστικός φορέας.

αμάξωμα

noun (body of a car) (αυτοκίνητο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The car's body was the only thing that was damaged.
Το σασί του αυτοκινήτου ήταν το μόνο που υπέστη ζημιές.

σώμα

noun (mass of matter)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The Earth is a planetary body.
Η Γη είναι ένα ουράνιο σώμα.

σώμα

noun (figurative (main part) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The body of this essay is well written.

σώμα

noun (figurative (collection) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Picasso's body of work is very impressive.

άνθρωπος

noun (figurative (person)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Leslie felt happier than a body has the right to be.

σώμα

noun (wine: full flavour) (οινογνωσία: μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
This wine has a very full body.
Αυτό το κρασί έχει πλούσιο σώμα.

κορμάκι

noun (tight-fitting garment that covers body and arms) (ρούχο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

συμβουλευτικό σώμα

noun (council, committee)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

βασική θερμοκρασία σώματος

noun (normal temperature of body at rest)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

μυρωδιά

noun (informal, initialism (body odor)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Whoa, somebody here has terrible BO.

ολοκληρωτικά

adverb (figurative (completely, with all one's being)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

πανοπλία

noun (hard-plated combat gear) (παλιά εποχή)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The riot police were outfitted in body armor for protection against the unruly crowd.

θωράκιση σώματος

noun (non-plated protective garments)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Police cadets wear protective vests as body armor.

body art

(artistic practice)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

σάκος διακομιδής πτωμάτων

noun (bag for a dead body)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Soldiers have started coming home in body bags.

χτύπημα στο σώμα

noun (boxing: hit, punch to the body)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He received a direct body blow and fell to the ground.

αναποδιά, κακοτυχία

noun (figurative (severe setback or shock) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

μπόντι μπίλντερ

noun (weightlifter, develops muscle)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

περιποίηση σώματος

noun (use of cosmetics, etc.) (με καλλυντικά)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

περιποίησης σώματος

noun as adjective (using cosmetics, etc.)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

οπή

noun (orifice)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The police did a full body cavity search and found bags of cocaine that Andy had hidden.

μπλοκάρω κπ με το σώμα

transitive verb (sports: blocking [sb]) (αθλητισμός)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μπλοκάρω με το σώμα

intransitive verb (sports: blocking) (αθλητισμός)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χημική σύσταση

noun (biological make-up)

εταιρεία, επιχείρηση

(corporation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αριθμός των νεκρών

noun (number of fatalities)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
After the earthquake, the body count rose to the thousands.

αντικαταστάτης ηθοποιού, σωσίας

noun (actor's stand-in) (για γυμνές σκηνές)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The actress had a body double for the nude scenes in the movie.

σωματικό λίπος

noun (fat on body)

That athlete has almost no body fat; she is all muscle.

θερμοκρασία σώματος

noun (warmth produced by the body)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The mountain climbers huddled together to share their body heat when they were trapped by the storm.

εικόνα σώματος

(body ideal)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

γλώσσα του σώματος

noun (communication via gesture, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I could tell from her body language that she was disappointed.
Από τη γλώσσα του σώματός της καταλάβαινα ότι ήταν απογοητευμένη.

δείκτης μάζας σώματος

noun (measure of body fat)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
I calculated my body mass index yesterday, and found that I was slightly overweight.

σωματική οσμή

noun (bad personal smell)

Children will typically start to produce body odor once they have started puberty.
Τα παιδιά αρχίζουν, συνήθως, να αναπτύσσουν σωματικές οσμές, όταν μπουν στη εφηβεία.

σύνολο στοιχείων

noun (evidence in a case)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The collected body of evidence indicates that Al is innocent. The body of evidence overwhelmingly proves his guilt.
Το σύνολο των συγκεντρωθέντων στοιχείων υποδεικνύουν ότι ο Αλ είναι αθώος. Το σύνολο των στοιχείων αποδεικνύουν εμφατικά την ενοχή του.

σύνολο γνώσεων

noun (everything known about a topic)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The geologist made a discovery that significantly contributed to the body of human knowledge.

μάζα νερού

noun (lake, ocean, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He was ready to take his canoe to any body of water within a five mile radius.

το σύνολο του έργου

noun (all of [sb]'s creations)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The author's body of work spanned six decades.

σωματικός πόνος

noun (severe physical discomfort)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The patient has been suffering from severe body pains.

body painting

noun (decorating skin)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Humans have practiced body painting for centuries.

μέρος του σώματος

noun (human body: limb, organ, etc.)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The anatomy students were required to dissect human body parts.

body piercing

noun (uncountable (holes in body for decoration)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

body piercing

noun (hole in body for decoration)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

πολιτικό σώμα

noun (nation as an entity)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

προϊόν απολέπισης σώματος

noun (exfoliating product)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I use a body scrub twice a week to remove dead skin cells.

κάνω σωματική έρευνα

transitive verb (prisoner, suspect)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

συνεργείο

noun (garage: repairs vehicles)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Joe's body shop is known for reasonable prices.

τυμβωρύχος

noun (grave robber)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)

κυνηγός ταλέντων

noun (slang (recruiting agency) (άτομο)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

σωματότυπος

noun ([sb]'s build, physique)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I have an athletic body type.

τύπος κειμένου

noun (printing: main text type)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
We'll use 11 point for the body type and 16 point for the headlines.

αφρόλουτρο

noun (cleansing product)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My boyfriend bought me some orchid-scented body wash for my birthday.

βάρος σώματος, σωματικό βάρος

noun (amount a person weighs)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The body-mass index is a ratio of a person's body weight to his height.

κάνω body shaming σε κπ

transitive verb (criticize physical appearance) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

body-shaming

noun (criticizing appearance)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

μπόντι μπίλντερ

noun (person who lifts weights)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Tim is a bodybuilder; he has huge muscles.

κυτταρικό σώμα

(biology)

πτώμα

noun (corpse)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The dead body lay undiscovered for three days.

επιτροπή λήψης αποφάσεων

noun (decision-making assembly)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
A grand jury is a deliberative body convened to decide on indictments.

ξένο σώμα

noun ([sth] from the outside)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
When they x-rayed him they saw a foreign body in his lung.

ολόσωμος

adjective (over all the body)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I got a full-body tan at the solarium.

φορέας χρηματοδότησης

noun (group providing financial support)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

διευθύνον όργανο

noun (board, regulatory authority)

υγιές σώμα

noun (good physical condition)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A good diet is essential for a healthy body.

ουράνιο σώμα

noun (celestial object: star, planet, etc.)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Get a telescope for more in-depth study of heavenly bodies.

ανθρώπινο σώμα

noun (physical anatomy of a person)

The human body has evolved over time to adapt to new living conditions.

νομοθετικό συμβούλιο

noun (law-making council)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κάτω μέρος του σώματος

noun (pelvis and legs)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
His lower body was badly injured by the landmine, but he survived.

κύτος

(nautical)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

εξωσωματική εμπειρία

noun (neurological sensation)

πάνω από το πτώμα μου

interjection (slang, figurative (expressing complete refusal) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You'll have custody of my children over my dead body! You want to borrow my jeans? Over my dead body!

επίφυση

noun (anatomy)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

διοικητική αρχή

noun (authority, group in charge) (υπηρεσία)

The university's ruling body decided to ban smoking in all student lounges.

σέξυ σώμα, σέξυ κορμί

noun (attractive physique)

It is more important to have a nice personality than a sexy body.

μαθητές, φοιτητές

noun (students of an institution collectively)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
He was president of the student body.

κεντρικός φορέας

noun (association of institutions)

πάνω μέρος του σώματος

noun (body above the waist)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The sweater covered her upper body, but her legs were still cold.

υαλοειδές

noun (anatomy) (οφθαλμός)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

αεροσκάφος φαρδιάς ατράκτου

noun (aircraft with two aisles)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ρακέτα με φαρδύ προφίλ

noun (US (wide tennis racket)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

εύσωμος

noun (US, informal (sports: heavy person)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

φαρδιάς ατράκτου

noun as adjective (aircraft: having two aisles) (αεροσκάφος)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

εύσωμος

noun as adjective (US, informal (person: heavy)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

με φαρδύ προφίλ

noun as adjective (US (tennis racket: wide) (ρακέτα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του body στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του body

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.