Τι σημαίνει το shot στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης shot στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του shot στο Αγγλικά.

Η λέξη shot στο Αγγλικά σημαίνει πυροβολισμός, βολή, σφηνάκι, φωτογραφία, σκηνή, κατεστραμμένος, διάστικτος, ιριδίζων, σφαίρες, σκοπευτής, σκοπεύτρια, εκτόξευση, απόπειρα, προσπάθεια, σφηνάκι, σουτ, βολή, εμβόλιο, σφαίρα, εκρηκτική ύλη, πυροβολώ, πυροβολώ, πυροβολώ, σκοτώνω, πυροβολώ κπ/κτ σε κτ, πυροβολώ, γυρίζω, τραβάω, τραβώ, φτου, βλαστάρι, κυνήγι, γύρισμα, φωτογράφιση, σουτάρω, ρίχνω, ρίχνω, τρέχω, φωτογραφίζω, γυρίζω, σουτάρω, διαπερνώ, λέω, καταγράφω, προσδιορίζω τη θέση, ρίχνω, πετυχαίνω, φωτογραφίζω, σουτάρω, ακόμα μία προσπάθεια, απόπειρα, δοκιμή, κοντινό πλάνο μοντέλου που εικονίζει τη χρήση του προϊόντος, σπουδαίος, σημαντικός, ενισχυτική δόση, αναμνηστική δόση, αναμνηστική δόση, oύτε κατά διάνοια, χτύπημα κάτω από τη ζώνη, χτύπημα κάτω από τη μέση, κοντινό, σκηνή χυσίματος, φλατ, εμβόλιο της γρίπης, ξεφορτώνομαι, ξεφορτώνομαι, κάνω μια προσπάθεια σε κτ, κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου, που ρίχνει καλές βολές, καλή βολή, ομαδική φωτογραφία, gutter shot, έχω καλές πιθανότητες, δοκιμάζω, δοκιμάζω, προσπαθώ, έχω την ευκαιρία, φωτογραφία πορτραίτου, μεγάλο κεφάλι,επιτυχημένος, επιτυχημένος, επιτυχημένος, τζάμπ σοτ,τζαμπ σουτ, δύσκολο, απίθανο, καμένο χαρτί, μακρινό πλάνο, εκτόξευση, πολύ ψηλή μπαλιά, φωτογραφία της σήμανσης, φωτογραφία, που γίνεται με τη μία, λέω κτ φεύγοντας, αδέσποτη σφαίρα, πυροβολισμός όπλου, σφαίρα όπλου, αρχείο εικόνας με την απεικόνηση της οθόνης του υπολογιστή, σφηνοπότηρο, ένεση, ένεση ζωντάνιας, τονωτική ένεση, μαντεψιά, υπόθεση, εικασία, σφαιροβολία, διάστικτος, διαποτισμένος με κτ, διαλυμένος, είδος βολής στο χόκεϋ επί πάγου, δοκιμάζω, επιχειρώ, ρίχνω σε κτ/κπ, κινηματογραφική λήψη κατά την οποία ο χειριστής της κάμερας ακολουθεί το άτομο, προειδοποιητική βολή, ευρυγώνια φωτογραφία, άστοχη βολή. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης shot

πυροβολισμός

noun (firing of a gun)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
His shot whistled past her ears.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η τουφεκιά τρόμαξε όσους βρίσκονταν στην περιοχή.

βολή

noun (gun, arrow: attempted hit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Go ahead. Take a shot at the target.
Εμπρός! Ρίξε μια βολή στο στόχο.

σφηνάκι

noun (alcohol: small glass)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Last night, I drank three shots of vodka.
Χθες βράδυ ήπια τρία σφηνάκια βότκα.

φωτογραφία

noun (photograph)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The photographer took five shots of the couple.

σκηνή

noun (cinema: unit of action) (κινηματογραφική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The last shot of the movie shows the cowboy riding his horse into the sunset.

κατεστραμμένος

adjective (informal (ruined)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
The car's shot engine dashed Nigel's hopes of winning the race. The artist's reputation was shot after the story of the forgeries came out.

διάστικτος

adjective (streaked with)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
His black hair is now shot with white.

ιριδίζων

adjective (fabric: iridescent)

(μετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.)
Seen from one angle, the shot silk was red, seen from another, it was black.

σφαίρες

noun (uncountable (bullets)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
The farmer has a bucket of shot for the hunt.

σκοπευτής, σκοπεύτρια

noun (person firing a gun)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
That man is a good shot.

εκτόξευση

noun (US (missile launch)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Did you see the moon shot on TV?

απόπειρα, προσπάθεια

noun (informal (attempt)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I know you think you can't do it, but it has to be worth a shot!

σφηνάκι

noun (measure of liquor)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The bartender carefully measured two shots of rum for the drink.

σουτ

noun (sports: attempt at a goal)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The forward only took three shots in the whole game.

βολή

noun (pool, billiards)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The shot was difficult because the ball had to cross the entire table.

εμβόλιο

noun (informal (medical: injection) (προληπτικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
All children must get tetanus shots.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Του έκαναν μια παυσίπονη ένεση γιατί πονούσε πάρα πολύ.

σφαίρα

noun (shot put ball) (άθλημα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The athlete threw the shot 20 meters.

εκρηκτική ύλη

noun (explosive charge)

The shot failed to go off so there was no explosion.

πυροβολώ

intransitive verb (fire a gun)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Robert's father taught him to shoot when he was a little boy.
Όταν ο Ρόμπερτ ήταν μικρό παιδί, ο πατέρας του του δίδαξε πώς να πυροβολεί (or: να ρίχνει).

πυροβολώ

(fire a gun at)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The soldiers shot at the enemy.
Οι στρατιώτες άνοιξαν πυρ (or: έβαλαν) κατά του εχθρού.

πυροβολώ

transitive verb (gun: fire)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He shot the gun.
Πυροβόλησε.

σκοτώνω

transitive verb (kill with gun, etc.)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Where did you shoot that deer?
Πού σκότωσες αυτό το ελάφι;

πυροβολώ κπ/κτ σε κτ

(wound by firing gun, etc.)

The soldier was shot in the leg.
Ο στρατιώτης δέχθηκε πυροβολισμό στο πόδι.

πυροβολώ

transitive verb (execute by gunfire)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The prisoner was shot by the firing squad.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ξέσπασαν επεισόδια και οι δεσμοφύλακες πυροβόλησαν τον επίδοξο δραπέτη.

γυρίζω

transitive verb (film) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They are shooting the movie in Canada.
Γυρίζουν την ταινία στον Καναδά.

τραβάω, τραβώ

transitive verb (photo: take) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The photographer shot 50 photos.
Ο φωτογράφος τράβηξε 50 φωτογραφίες.

φτου

interjection (US, slang, euphemism (annoyance) (καθομιλουμένη)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Shoot! I forgot his birthday!
Φτου, να πάρει! Ξέχασα τα γενέθλιά του!

βλαστάρι

noun (botany: sprout)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
From the eight seeds we got five shoots growing.

κυνήγι

noun (hunt)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
They went on a turkey shoot.

γύρισμα

noun (informal (filming session)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The shoot will be on location in Iceland.

φωτογράφιση

noun (informal (photo shoot: photography session)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Zelda is at the shoot working as a camera assistant.

σουτάρω

intransitive verb (sport: aim at goal)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The basketball player decided to pass instead of shoot.

ρίχνω

intransitive verb (pool, billiards: play, hit)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
It's your turn to shoot. Try to knock the 7-ball in.

ρίχνω

intransitive verb (play marbles)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The experienced marble player was able to shoot very well.

τρέχω

intransitive verb (informal (move quickly)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The kid shot across the field to get the ball.
Το παιδί τσακίστηκε να φτάσει στην άλλη πλευρά του γηπέδου για να πιάσει την μπάλα.

φωτογραφίζω

intransitive verb (photograph)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
You better shoot before it gets too dark!

γυρίζω

intransitive verb (film)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
They shot all day long, but got the scenes that they wanted.

σουτάρω

intransitive verb (ball: aim at target)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He shot just as time ran out in the game.

διαπερνώ

intransitive verb (pain: pass through body)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The pain shot up his arm after he hit his elbow.
Όταν χτύπησε τον αγκώνα του, ο πόνος διαπέρασε όλο το μπράτσο του.

λέω

intransitive verb (slang (speak)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I want to hear your opinion. When you're ready, shoot.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Γιατί φοβάσαι να μου πεις το μυστικό σου; Άντε ρίχτο!

καταγράφω

transitive verb (take seismic reading)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The geologists will shoot and interpret the seismic data for you.

προσδιορίζω τη θέση

transitive verb (star, planet: site)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The captain used a sextant to shoot the sun.

ρίχνω

transitive verb (dice: throw)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
It's your turn. Shoot the dice!

πετυχαίνω

transitive verb (golf: play, hit)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I shot a 69 yesterday!

φωτογραφίζω

transitive verb (take a photo of) (κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The fashion model allows only a few photographers to shoot pictures of her.

σουτάρω

transitive verb (ball: aim at goal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The footballer shot the ball between the posts.

ακόμα μία προσπάθεια, απόπειρα, δοκιμή

noun (another attempt)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I am going to have another shot at it.

κοντινό πλάνο μοντέλου που εικονίζει τη χρήση του προϊόντος

noun (TV commercial: product close-up)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

σπουδαίος

noun (slang (important person)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He thinks he's a big shot since they gave him a company car.
Από τότε που του έδωσαν εταιρικό αυτοκίνητο, νομίζει πως είναι σπουδαίος.

σημαντικός

noun as adjective (slang (person: important)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He's a big-shot movie producer in Hollywood.

ενισχυτική δόση, αναμνηστική δόση

noun (medicine: additional dose of vaccine) (εμβόλιο)

Adults should get a tetanus booster every ten years.
Οι ενήλικες πρέπει να κάνουν ενισχυτική δόση για τον τέτανο κάθε δέκα χρόνια.

αναμνηστική δόση

noun (informal (follow-up injection)

Children need a booster shot at two-year intervals.

oύτε κατά διάνοια

expression (informal (by a large margin)

χτύπημα κάτω από τη ζώνη, χτύπημα κάτω από τη μέση

noun (informal (attacking remark) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You took a cheap shot there, bringing up his past problems.
Η αναφορά σου στα παλιά προβλήματά του ήταν φθηνή επίθεση (or: άνανδρη επίθεση).

κοντινό

noun (photo: taken up close)

In the closeup, she is smiling self-consciously at the photographer.

σκηνή χυσίματος

noun (vulgar, slang (pornography: ejaculation scene) (χυδαίο: σε τσόντα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φλατ

noun (tennis) (σερβίς στο τέννις)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

εμβόλιο της γρίπης

noun (informal (vaccination against influenza)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I didn't want to run the risk of getting ill so I had the flu shot last week.

ξεφορτώνομαι

verbal expression (UK, informal (get rid of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ξεφορτώνομαι

verbal expression (UK, informal (person: make leave)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κάνω μια προσπάθεια σε κτ

verbal expression (figurative, informal (try)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He gave the auditions a shot, but ultimately failed. I gave that book a shot, but I stopped reading it because I wasn't interested.

κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου

verbal expression (make every effort)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'm not sure I can get your cat out of the tree, but I'll give it my best shot.

που ρίχνει καλές βολές

noun (informal ([sb] skilled at aiming a gun) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He is a good shot and always hits the target.

καλή βολή

noun (well aimed shot of gun)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
That was a good shot; it was right on target.

ομαδική φωτογραφία

noun (photograph of a group of people)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I want everybody together for a group shot at the end of the wedding.

gutter shot

noun (ten-pin bowling: type of throw) (είδος μπαλιάς)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

έχω καλές πιθανότητες

verbal expression (likely chance)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I have a good shot at winning the scholarship this year.

δοκιμάζω

verbal expression (informal (try [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δοκιμάζω, προσπαθώ

verbal expression (informal (try)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'd never even seen snow but I thought I´d have a shot at snowboading on the easy slopes.

έχω την ευκαιρία

verbal expression (informal (have chance) (δυνατότητα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You have a shot at winning the lottery.

φωτογραφία πορτραίτου

noun (portrait photo: head only)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

μεγάλο κεφάλι,επιτυχημένος

noun (slang (very important person, high achiever) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The star football player was treated like a real hot shot, but he always remained humble.

επιτυχημένος

noun (slang (successful person)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Jenna is a hotshot in the world of high fashion.

επιτυχημένος

noun as adjective (slang (high-flying, successful)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Matthew intends to become a hotshot attorney.

τζάμπ σοτ,τζαμπ σουτ

noun (basketball: ball thrown at basket at height of jump) (σπορ, καλαθοσφαίριση)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
His excellent jump shot allowed him to score against much taller defenders.

δύσκολο, απίθανο

noun (informal, figurative ([sth] unlikely)

I know this is a long shot, but I don't suppose you have a screwdriver I could borrow?

καμένο χαρτί

noun (informal, figurative ([sth] unlikely to succeed) (αργκό: είμαι)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Though the horse was a long shot, he still won the race.
Μολονότι το άλογο είχε μικρές πιθανότητες να νικήσει, τα κατάφερε.

μακρινό πλάνο

noun (movie, photo: wide-angle view) (κινηματογράφος)

The film begins with a long shot in which you can see the whole town.
Η ταινία ξεκινά με ένα μακρινό πλάνο στο οποίο βλέπει κανείς ολόκληρη την πόλη.

εκτόξευση

noun (spacecraft: moon launch)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πολύ ψηλή μπαλιά

noun (figurative (baseball hit over the fence) (μπέϊζμπολ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φωτογραφία της σήμανσης

noun (police photo: suspect's face)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The witness identified the bank robber from a mug shot.
Ο μάρτυρας αναγνώρισε τον ληστή της τράπεζας από μια φωτογραφία της σήμανσης.

φωτογραφία

noun (humorous, slang (photo: face)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I need a mug shot for my passport application.
Πρέπει να βγάλω φωτογραφία για την αίτηση διαβατηρίου.

που γίνεται με τη μία

adjective (figurative, informal (once only)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

λέω κτ φεύγοντας

noun (final retort)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The actress was furious and called the chat show host an idiot as a parting shot.
Η ηθοποιός ήταν έξαλλη και ως χαριστική βολή αποκάλεσε τον παρουσιαστή της εκπομπής ηλίθιο.

αδέσποτη σφαίρα

noun (shot not aimed at anything)

Jim was gunned down by a random shot during the New Year's Eve party.

πυροβολισμός όπλου

noun (sound of shotgun fire)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The rifle shot echoed through the valley.

σφαίρα όπλου

noun (bullet from shotgun)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
They scoured the murder scene for discarded rifle shot to identify the make of the weapon.

αρχείο εικόνας με την απεικόνηση της οθόνης του υπολογιστή

noun (image capture from computer screen)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Send me an e-mail with a screen shot of the error message you see.

σφηνοπότηρο

noun (small glass for serving spirits)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ένεση

noun (informal, literal (injection) (καθομιλουμένη, κυριολεκτικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The doctor decided to give him a shot in the arm.

ένεση ζωντάνιας, τονωτική ένεση

noun (informal, figurative (boost, [sth] revitalizing) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The additional money was a real shot in the arm for us.

μαντεψιά, υπόθεση, εικασία

noun (informal, figurative (wild guess) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He took a shot in the dark and guessed the correct answer on the test.

σφαιροβολία

noun (sport: throwing event)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

διάστικτος

(streaked)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
That diamond is shot through with flashes of brilliant light.

διαποτισμένος με κτ

(figurative (permeated)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The stories are shot through with a wry wit.

διαλυμένος

adjective (slang (totally destroyed)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
My tyres are shot to pieces: I'm going to have to get new ones.

είδος βολής στο χόκεϋ επί πάγου

noun (sports: sudden goal shot)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

δοκιμάζω, επιχειρώ

verbal expression (informal, figurative (attempt [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'd like to learn to play golf, so one day I think I'll take a shot at it.

ρίχνω σε κτ/κπ

verbal expression (fire at, try to hit [sth/sb])

When you see the target appear, aim your gun and take a shot at it. I took a shot at the deer, but I missed.

κινηματογραφική λήψη κατά την οποία ο χειριστής της κάμερας ακολουθεί το άτομο

noun (movie industry)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

προειδοποιητική βολή

noun (gunshot fired into the air)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The policeman fired a warning shot to try and stop the robber.

ευρυγώνια φωτογραφία

noun (photography, film: wide-angle view)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The director decided on a wide shot for the scene instead of a close-up.

άστοχη βολή

noun (sport: aim that misses mark)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του shot στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του shot

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.