Τι σημαίνει το or στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης or στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του or στο Αγγλικά.

Η λέξη or στο Αγγλικά σημαίνει ή, ή, είτε, ή, ή μάλλον, ή καλύτερα, -, Όρεγκον, χειρουργείο, περίπου μία ντουζίνα, ή/και, δένω, είτε το πιστεύεις είτε όχι, μουδιάζω, λερώνω, βρωμίζω, σπιλώνω, κηλιδώνω, ξεκάθαρος, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, συγκρούομαι, με κάθε τρόπο, με κάθε δυνατό μέσο, αναισθητοποιώ με χλωροφόρμιο, ναρκώνω με χλωροφόρμιο, κατατάσσω, βρέξει χιονίσει, ότι και να γίνει, βρέξει χιονίσει, βρέξει χιονίσει, ζήτημα ζωής και θανάτου, κρίσιμος, καθοριστικός, ή, διαζευκτικός, αντίδραση πάλης ή φυγής, fight-or-flight, για καλό και για κακό, κοινός, συνήθης, λίγο πάνω, λίγο κάτω, περίπου, κορώνα ή γράμματα, κορώνα ή γράμματα, απρόβλεπτος, αμφίβολος, ορεκτικό, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ξέρω καναδυό πραγματάκια, ξέρω ένα δυο πράγματα, μαθαίνω ένα-δυο πραγματάκια, μαθαίνω καναδυό πραγματάκια, μαθαίνω πέντε πράγματα, είτε σ' αρέσει είτε όχι, ελάχιστα ή καθόλου, μαγνητίζω, μαγνητίζω, καταλαβαίνω, καθορίζω τη επιτυχία ή την αποτυχία, αποφασιστικής σημασίας, καθοριστικής σημασίας, ζήτημα ζωής και θανάτου, τιμώ, γιορτάζω, λίγο πολύ, χωρίς μα, μου, σου, ξου, για τίποτα στον κόσμο, τώρα ή ποτέ, ή τώρα ή ποτέ, μονά-ζυγά, μια-δυο φορές, καμιά εκατοσταριά, καμιά κατοσταριά, ο ένας ή ο άλλος, είτε με τον έναν, είτε με τον άλλο τρόπο, είτε έτσι είτε αλλιώς, ή αλλιώς, ή εναλλακτικά, το καλό που σου θέλω, ή παραπάνω, ή περισσότερο, ή όχι, ή πιο συγκεκριμένα, περίπου, χονδρικά, κατά προσέγγιση, υπερκοστολογώ, άγνωστος, βρέξει χιονίσει, είμαι δεν είμαι έτοιμος, κόβω με πριόνι, όλα ή τίποτα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κάτι τέτοιο, αργά ή γρήγορα, περίπου δέκα, έθιμο του Χαλοουίν, φάρσα ή κέρασμα, φάρσα ή κέρασμα, αλήθεια ή θάρρος, θάρρος ή αλήθεια, ακόμη και αν + ρήμα, ούτως ή άλλως, έτσι κι αλλιώς, χωρίς λόγο, αβάσιμος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης or

ή

conjunction (connects alternatives)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
Do you want the green or the blue?
Θέλεις το πράσινο ή το μπλε;

ή

conjunction (connects alternative terms for [sth])

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
The islands are known as The Falklands, or Las Islas Malvinas.
Τα νησιά είναι γνωστά ως Νήσοι Φώκλαντ ή Νήσοι Μαλβίνες.

είτε, ή

conjunction (correlative)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
You should either call him or send him an email.
Θα έπρεπε είτε να του τηλεφωνήσεις είτε να του στείλεις ένα email.

ή μάλλον, ή καλύτερα

conjunction (correction)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I don't like coffee. Or I do, but only when it's very weak.
Δεν μου αρέσει ο καφές. Η μάλλον μου αρέσει, αλλά μόνο όταν είναι πολύ ελαφρύς.

-

conjunction (approximation) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
I'll be back in two or three minutes.
Επιστρέφω σε δυο-τρία λεπτά.

Όρεγκον

noun (written, abbreviation (US state: Oregon) (Πολιτεία των ΗΠΑ)

(κύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.)
I live in Portland, Ore. Address the letter to Salem, OR.
Στη διεύθυνση γράψε Salem, OR.

χειρουργείο

noun (initialism (operating room)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

περίπου μία ντουζίνα

adjective (informal (around 12)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Can you please bring me back a dozen or so eggs from the grocery store?
Μπορείς να μου φέρεις περίπου μια ντουζίνα αυγά από το κατάστημα;

ή/και

conjunction (informal (either or both)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)

δένω

transitive verb (secure with a rope) (με σχοινί)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

είτε το πιστεύεις είτε όχι

expression (though it may seem incredible)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Believe it or not, I just won the jackpot in the state lottery!

μουδιάζω

transitive verb (make numb)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

λερώνω, βρωμίζω

transitive verb (soil, make dirty)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σπιλώνω, κηλιδώνω

transitive verb (figurative (tarnish, smear) (μτφ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ξεκάθαρος

adjective (clear cut)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

adjective (viewed simplistically)

There is no gray area here, it's black or white.

συγκρούομαι

transitive verb (hit on the side, esp vehicle) (με κάποιον, κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

με κάθε τρόπο, με κάθε δυνατό μέσο

adverb (figurative (by any means necessary)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αναισθητοποιώ με χλωροφόρμιο, ναρκώνω με χλωροφόρμιο

transitive verb (make unconscious using chloroform)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κατατάσσω

transitive verb (classify) (σε κατηγορία)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I would class him as studious but shy.

βρέξει χιονίσει, ότι και να γίνει

adverb (whatever the difficulties)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Come hell or high water, I am going to finish this marathon.

βρέξει χιονίσει

adverb (whatever the weather)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Come rain or shine, we are going to the beach tomorrow!

βρέξει χιονίσει

adverb (figurative (whatever happens) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Come rain or shine, I will never abandon you.

ζήτημα ζωής και θανάτου

expression (figurative (critical situation) (κρίσιμη κατάσταση)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It's do or die for our team today.

κρίσιμος, καθοριστικός

adjective (figurative (situation: critical)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Tomorrow's game is a do-or-die situation for the struggling team.

ή

conjunction (one or another) (διάζευξη: ή το ένα ή το άλλο)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
Either you love me or you don't!
Ή μ' αγαπάς ή δε μ' αγαπάς!

διαζευκτικός

adjective (informal (with two choices) (με δύο επιλογές)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The issue often is presented as an either/or proposition: either you eagerly accept all technology, or you are behind the times.
Το θέμα διατυπώνεται, συχνά, ως διαζευκτική επιλογή: είτε αποδέχεσαι πρόθυμα κάθε είδους τεχνολογία είτε είσαι παλιομοδίτης.

αντίδραση πάλης ή φυγής

noun (instinctive response)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

fight-or-flight

noun as adjective (denoting instinctive response)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

για καλό και για κακό

adverb (whatever the consequences)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I will be your wife for better or for worse.

κοινός, συνήθης

adjective (figurative (common, unexceptional)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

λίγο πάνω, λίγο κάτω

expression (informal (plus or minus)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
I've been away from home for three months, give or take a few days.
Λείπω από το σπίτι μου εδώ και τρεις μήνες, πάνω κάτω.

περίπου

expression (informal (more or less)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
My new car cost $9000, give or take.

κορώνα ή γράμματα

noun (tossing coin to make decision)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κορώνα ή γράμματα

noun (gambling game)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

απρόβλεπτος, αμφίβολος

adjective (unpredictable, unreliable)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The weather is very hit and miss for July - rain one day, sunshine the next.

ορεκτικό

noun (French (food: appetizer)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
If you fill up on hors d'oeuvres, you will have no room left for dinner
Αν χορτάσεις με τα ορεκτικά, δεν θα έχεις χώρο για το βραδινό.

με τον έναν ή τον άλλο τρόπο

adverb (somehow)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'd like to help him in some way or other because he deserves to succeed.

ξέρω καναδυό πραγματάκια, ξέρω ένα δυο πράγματα

verbal expression (informal (be experienced in [sth]) (καθομιλουμένη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
After 20 years on the job, he knows a thing or two about construction.

μαθαίνω ένα-δυο πραγματάκια, μαθαίνω καναδυό πραγματάκια, μαθαίνω πέντε πράγματα

verbal expression (informal (become knowledgeable)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Stick around and watch; you may learn a thing or two.

είτε σ' αρέσει είτε όχι

expression (slang (whether or not it pleases you)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You're coming shopping with me, like it or lump it.

ελάχιστα ή καθόλου

adjective (hardly any)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I haven't done any revising so there's little or no chance of me passing the exam.

μαγνητίζω

transitive verb (literal (make magnetic)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

μαγνητίζω

transitive verb (figurative (attract, fascinate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

καταλαβαίνω

verbal expression (understand [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

καθορίζω τη επιτυχία ή την αποτυχία

verbal expression (informal (cause success, failure)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
That critic's reviews can make or break a new restaurant.

αποφασιστικής σημασίας, καθοριστικής σημασίας

adjective (informal (success or failure)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It is make-or-break time for the store after two years of declining sales.
Είναι καθοριστικής σημασίας περίοδος για το κατάστημα, μετά από δύο χρόνια μειώσεων του αριθμού των πωλήσεων.

ζήτημα ζωής και θανάτου

noun (issue of vital importance)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Getting out of a burning house fast is a matter of life and death.

τιμώ, γιορτάζω

transitive verb (commemorate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

λίγο πολύ

adverb (to a greater or lesser extent)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I have more or less decided to delay going to college for a year.
Έχω λίγο πολύ αποφασίσει να αναβάλω τις σπουδές για έναν χρόνο.

χωρίς μα, μου, σου, ξου

expression (informal (no excuses are permitted) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I need you to finish that report today, no ifs, ands, or buts.

για τίποτα στον κόσμο

adverb (impossible to obtain by any means)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You can't get a table in that restaurant for love or money.

τώρα ή ποτέ, ή τώρα ή ποτέ

expression (final chance)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You have to decide, it's now or never if you want to go to the concert.

μονά-ζυγά

noun (betting game)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μια-δυο φορές

expression (a couple of times, a few times)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

καμιά εκατοσταριά, καμιά κατοσταριά

adjective (informal (about a hundred) (ανεπίσημο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It's a middle-sized plane, with one hundred or so seats.

ο ένας ή ο άλλος

expression (either one of a pair)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

είτε με τον έναν, είτε με τον άλλο τρόπο

adverb (somehow, by some means)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

είτε έτσι είτε αλλιώς

adverb (by either means)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ή αλλιώς, ή εναλλακτικά

adverb (otherwise, if not)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Choose ham and eggs, or else ham and cheese.
Επίλεξε ζαμπόν και αυγά ή αλλιώς ζαμπόν και τυρί.

το καλό που σου θέλω

interjection (informal (expressing a threat)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You will do as I say, or else!
Το καλό που σου θέλω, θα κάνεις αυτό που λέω!

ή παραπάνω, ή περισσότερο

adverb (perhaps a larger quantity)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It will take two hours or more just to drive through Chicago.

ή όχι

expression (giving negative alternative)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I may be right, or not; we shall see.

ή πιο συγκεκριμένα

adverb (to be more accurate)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

περίπου, χονδρικά, κατά προσέγγιση

adverb (approximately)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The container could hold a litre or so of water.
Το δοχείο χωρούσε περίπου (or: κατά προσέγγιση) ένα λίτρο νερό.

υπερκοστολογώ

transitive verb (literal (set too high a price for)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

άγνωστος

noun (often plural (law: unstated party)

The jury returned a verdict of manslaughter by person or persons unknown.

βρέξει χιονίσει

adverb (whatever the weather)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The marathon run will take place rain or shine, although it will be postponed if there's lightning.

είμαι δεν είμαι έτοιμος

adverb (whether prepared or not)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ready or not, I have to take my final exam today.

κόβω με πριόνι

transitive verb (cut with a saw)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The magician sawed his assistant in half.
Ο μάγος έκοψε τη βοηθό του στη μέση με πριόνι.

όλα ή τίποτα

verbal expression (figurative (fail or succeed)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It's sink or swim with this final exam.

με τον ένα ή τον άλλο τρόπο

adverb (in an undetermined way)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Jan studied the cliff face, determined to scale it somehow or other.

κάτι τέτοιο

noun ([sth] not remembered precisely)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Something or other didn't feel quite right about him. She told me something or other about not being able to pay the bill.

αργά ή γρήγορα

adverb (at some time in the future)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Keep up your life of crime and sooner or later you'll end up in prison!

περίπου δέκα

adjective (about 10)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
In about ten or so days, I will have finished my exams!

έθιμο του Χαλοουίν

noun (Halloween tradition)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Trick or treat's the only thing I like about Hallowe'en.

φάρσα ή κέρασμα

interjection (at Halloween) (σπάνιο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The kids knocked on the door and shouted: "Trick or treat!"
Τα παιδιά χτύπησαν την πόρτα και φώναξαν: «Φάρσα ή κέρασμα!»

φάρσα ή κέρασμα

noun (Halloween custom: going door to door)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Last year, I took my brother trick-or-treating.

αλήθεια ή θάρρος, θάρρος ή αλήθεια

noun (question-and-answer game)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ακόμη και αν + ρήμα

expression (if it is [sth] or [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Whether it be raining or boiling hot, we're still going to the lake.

ούτως ή άλλως, έτσι κι αλλιώς

conjunction (no matter if, even if)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We'll go to the game whether or not it rains (or: whether it rains or not).
Θα πάμε στον αγώνα έτσι κι αλλιώς, βρέξει δεν βρέξει.

χωρίς λόγο

adverb (inexplicably)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
He yells at me without rhyme or reason, and I just can't understand why.

αβάσιμος

expression (inexplicable)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Your belief that Daisy doesn't like you is without rhyme or reason; she's never done anything to make you think that.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του or στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του or

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.