Τι σημαίνει το paper στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης paper στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του paper στο Αγγλικά.

Η λέξη paper στο Αγγλικά σημαίνει χαρτί, χαρτί, εφημερίδα, χαρτιά, χαρτιά, άρθρο, εξέταση, εργασία, χάρτινος, ταπετσαρία, χαρτί, στα χαρτιά, βάζω ταπετσαρία, βάζω ταπετσαρία, καλύπτω, διακοσμώ, καλύπτω με χαρτί ταπετσαρίας, κρύβω, καλύπτω, χαρτί ψησίματος, ψηφοδέλτιο, στυπόχαρτο, είδος χαρτιού κατάλληλο για τύλιγμα κρέατος, καρμπόν, τσιγαρόχαρτο, εμπορικό χρεόγραφο, χρωματιστό χαρτόνι, φωτοτυπικό χαρτί, χαρτί κραφτ, κρεπ χαρτί, χαρτί κρεπ, χαρτί σχεδίου, χαρτί φίλτρου, χαρτί γραφήματος, κυνήγι του θησαυρού, κολλάει το χαρτί, χαρτί περιτυλίγματος, φωτοτυπικό χαρτί, χάρτης ηλιοτροπίου, φύλλο τετραδίου, γραπτώς, φαινομενικά, θεωρητικά, σαΐτα, δικογραφία, ο αγώνας να πάρω ένα χαρτί, η ενασχόληση με τη σύνταξη εκθέσεων ή εργασιών, συνδετήρας, πιάνω κτ με συνδετήρα, χάρτινο στέμμα, χαρτονένιο στέμμα, κόψιμο από χαρτί, χαρτοκόπτης, χάρτινη κούκλα, συνδετήρας, δίπλωμα χαρτιού, χαρτοκόπτης, χαρτοκόπτης, πεπιεσμένο χαρτί, παπιέ μασέ, βιομηχανία παραγωγής χαρτιού, χαρτονόμισμα, τα μπαλώνω, βιομηχανία παραγωγής χαρτιού, χαρτοπολτός, διανομή εφημερίδων, καταστροφέας εγγράφων, ψευτόμαγκας, χαρτί κουζίνας, χαρτομάντηλο, έγγραφα, συρτάρι για έγγραφα, συρτάρι αρχειοθέτησης, τροφοδότης χαρτιού, πολύ λεπτός, λαδόκολλα, χαρτί φωτογραφίας, φύλλο χαρτιού, φύλλο χαρτί, κομμάτι χαρτιού, κομμάτι χαρτί, λευκό χαρτί, δήλωση, αναφορά, διατυπώνω κτ γραπτώς, ξεκινώ να γράφω, αρχίζω να γράφω, χαρτί από ράκη, έρευνα, ρυζόχαρτο, ρυζόχαρτο, πέτρα, ψαλίδι, χαρτί, χαρτάκι, σχολική εφημερίδα, παλιόχαρτο, πρόχειρο χαρτί, φύλλο χαρτί, αλουμινόχαρτο, κομμάτι χαρτί, πισσόχαρτο, ασφαλτόπανο, εργασία, αντίγραφο διαγωνίσματος, μεταξόχαρτο, χαρτί υγείας, φιτίλι, καταλύτης, χαρτί ιχνογραφίας, επαγγελματικό έντυπο, χαρτί γραφομηχανής, άχρηστο χαρτί, κάλαθος αχρήστων, σκουπιδοντενεκές, κάλαθος αχρήστων, σκουπιδοντενεκές, κηρόχαρτο, κερωμένο χαρτί, εβδομαδιαία εφημερίδα, Λευκή Βίβλος, κοινό χαρτί, χαρτί περυτιλίγματος, χαρτί, χαρτί αλληλογραφίας. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης paper

χαρτί

noun (uncountable (sheet to draw, write on)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I grabbed some paper to take notes on.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δώσε λίγο χαρτί στο παιδάκι για να ζωγραφίσει.

χαρτί

noun (uncountable (sheets to draw, write on)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Yes, there is plenty of paper in the photocopy machine.
Ναι, υπάρχει πολύ χαρτί στο φωτοτυπικό μηχάνημα.

εφημερίδα

noun (abbr, informal (newspaper)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I read the paper with my coffee every morning.
Διαβάζω εφημερίδα κάθε πρωί με τον καφέ μου.

χαρτιά

plural noun (identity documents)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
He had all his papers in order and was admitted into the country.
Όλα τα χαρτιά του ήταν εντάξει και του επετράπη η είσοδος στη χώρα.

χαρτιά

plural noun (commercial, official documents)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
You need to bring your papers with you to the bank to discuss your account.
Πρέπει να φέρεις τα χαρτιά σου μαζί στην τράπεζα για να συζητήσουμε για τον λογαριασμό σου.

άρθρο

noun (academic article)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He published a paper on molecular biology.
Δημοσίευσε μια εργασία σχετική με την μοριακή βιολογία.

εξέταση

noun (test, exam)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I have two more papers to sit, then my exams are over!
Έχω να γράψω άλλα δύο διαγωνίσματα και μετά τελειώνω με τις εξετάσεις μου!

εργασία

noun (US (schoolwork)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I have a paper on the French Revolution due on Friday.
Έχω να παραδώσω μια εργασία για τη Γαλλική Επανάσταση την Παρασκευή.

χάρτινος

noun as adjective (made of paper)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The paper lampshade was nice, but it tore.
Το χάρτινο καπέλο του φωτιστικού ήταν ωραίο, αλλά σκίστηκε.

ταπετσαρία

noun (uncountable (wallpaper)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
What lovely paper! It looks great in the kitchen.

χαρτί

noun (uncountable (wrapper)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Don't forget to remove the paper first before you eat the chocolate.

στα χαρτιά

noun as adjective (figurative (theoretical, planned)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
The rise in the value of the house gave him paper profits, but he couldn't spend any of it.
Η αύξηση της αξίας του σπιτιού του έδωσε κέρδος μόνο στα χαρτιά, δεν μπορούσε να το εκμεταλλευτεί.

βάζω ταπετσαρία

intransitive verb (hang wallpaper)

We have finished all the painting. Now we just have to paper.

βάζω ταπετσαρία

transitive verb (wallpaper) (σε κάτι)

I papered the walls but didn't like the pattern, so I painted over it.

καλύπτω

(cover with advertising) (ενεργητικό: με κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The bus shelter was papered with car adverts.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν είναι ωραίο να καλύπτονται όλες οι κολώνες με αφίσες.

διακοσμώ

(decorate with wallpaper) (με κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We papered the child's room with blue wallpaper.
Διακοσμήσαμε το παιδικό δωμάτιο με γαλάζια ταπετσαρία.

καλύπτω με χαρτί ταπετσαρίας

phrasal verb, transitive, inseparable (put wallpaper on top of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I papered over the poster in my new bedroom and the result is very satisfying.

κρύβω, καλύπτω

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative (try to conceal) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She's trying to paper over her involvement in the crime. It is difficult to paper over an argument like the one we had last night.
Προσπαθεί να κρύψει την ανάμειξή της στο έγκλημα. Είναι δύσκολο να καλύψεις μια λογομαχία σαν αυτή που είχαμε χτες.

χαρτί ψησίματος

noun (cooking parchment) (μαγειρική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She placed pieces of the cookie dough on baking paper before putting them in the oven.

ψηφοδέλτιο

noun (form used for voting)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
If you spoil your ballot paper, your vote will not be counted.

στυπόχαρτο

noun (absorbs excess ink)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I think only calligraphers use blotting paper these days.
Νομίζω ότι μόνον οι καλλιγράφοι χρησιμοποιούν στυπόχαρτο στις μέρες μας.

είδος χαρτιού κατάλληλο για τύλιγμα κρέατος

(meat-wrapping paper)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

καρμπόν

noun (for copying documents)

Put this sheet of carbon paper between the two sheets of paper to make a copy.

τσιγαρόχαρτο

noun (paper for rolling cigarettes)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
To roll your own cigarettes all you need is loose tobacco and some cigarette papers.

εμπορικό χρεόγραφο

noun (promissory notes)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χρωματιστό χαρτόνι

noun (US (rough art paper)

The kids made decorative chains from construction paper.
Τα παιδιά έφτιαξαν διακοσμητικές αλυσίδες από χρωματιστό χαρτόνι.

φωτοτυπικό χαρτί

(special paper)

χαρτί κραφτ

noun (specialist paper for crafting) (χαρτόνι χειροτεχνίας)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I bought six sheets of craft paper to make my son a paper sword and shield to play with.

κρεπ χαρτί, χαρτί κρεπ

noun (wrinkled, colored paper)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
We made decorations with different colours of crepe paper.

χαρτί σχεδίου

noun (paper for drawing, sketching)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χαρτί φίλτρου

(paper for filtering)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

χαρτί γραφήματος

noun (ruled with squares)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
In my science class, we used graph paper to chart the progress of our experiments.

κυνήγι του θησαυρού

noun (game) (παιχνίδι)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The children were playing hare and hounds in the playground.

κολλάει το χαρτί

noun (paper stuck in machine)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The printer was out of commission all day because of a major paper jam.
Ο εκτυπωτής ήταν εκτός λειτουργίας όλη μέρα επειδή κόλλησε άσχημα το χαρτί.

χαρτί περιτυλίγματος

noun (brown wrapping paper) (μόνο καφέ χρώματος)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Kraft paper is strong enough to make a kite.

φωτοτυπικό χαρτί

noun (copier paper, printer paper)

χάρτης ηλιοτροπίου

noun (uncountable (chemical indicator strip)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

φύλλο τετραδίου

noun (lined jotter paper)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

γραπτώς

adverb (in written or printed form)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
We need to get these agreements down on paper.
Πρέπει να έχουμε τις συμφωνίες αυτές γραπτώς.

φαινομενικά, θεωρητικά

adverb (figurative (ostensibly, possibly) (μεταφορικά)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
On paper, the plan works great. But in reality?
Φαινομενικά το σχέδιο δουλεύει τέλεια. Στην πραγματικότητα όμως;

σαΐτα

noun (plane: folded paper)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The children threw paper airplanes across the room.

δικογραφία

noun (law: book containing case documents)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ο αγώνας να πάρω ένα χαρτί

noun (figurative (effort to earn diploma or degree) (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

η ενασχόληση με τη σύνταξη εκθέσεων ή εργασιών

noun (figurative (writing reports or assignments)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

συνδετήρας

noun (small clasp that holds papers together)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
You can use a paper clip to hold the pages together.
Μπορείς να χρησιμοποιήσεις έναν συνδετήρα για να συγκρατήσεις τις σελίδες.

πιάνω κτ με συνδετήρα

transitive verb (fasten with paper clip)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Jason paper-clipped a photo of himself to his resume.

χάρτινο στέμμα, χαρτονένιο στέμμα

noun (festive cardboard or tissue-paper hat)

κόψιμο από χαρτί

noun (tiny nick caused by sharp paper)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χαρτοκόπτης

noun (guillotine: machine that trims paper)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The teacher used the paper cutter to make small slips of paper for her students.

χάρτινη κούκλα

noun (child's toy)

συνδετήρας

noun (split pin)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

δίπλωμα χαρτιού

noun (origami) (χειροτεχνία: τέχνη, τεχνική)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Origami is the Japanese art of paper folding.
Το οριγκάμι είναι ιαπωνική τέχνη διπλώματος του χαρτιού.

χαρτοκόπτης

noun (blade for opening envelopes)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

χαρτοκόπτης

noun (blade of paper cutter)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

πεπιεσμένο χαρτί, παπιέ μασέ

noun (craft: sculpting with pasted paper)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My daughter painted a paper mache bowl in her craft class. We made papier-maché animals in school today.
Η κόρη μου έβαψε ένα μπολ από πεπιεσμένο χαρτί στη τάξη της χειροτεχνίας. Φτιάξαμε ζώα από πεπιεσμένο χαρτί σήμερα στο σχολείο.

βιομηχανία παραγωγής χαρτιού

noun (factory where paper is made)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

χαρτονόμισμα

noun (bank notes, bills)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
When travelling abroad, I always prefer to use a credit card instead of paper money.

τα μπαλώνω

verbal expression (figurative (conceal flaws or problems) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Rather than redo his work from the start, he decided to just paper over the cracks instead.

βιομηχανία παραγωγής χαρτιού

noun (factory where paper is made)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The residents demonstrated against the project to build a new paper plant.

χαρτοπολτός

noun (mashed fibres used to make paper)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
At the paper mill, they add water to the paper pulp, then spread it onto a screen to make sheets of paper.
Στη χαρτοποιία προσθέτουν νερό στο χαρτοπολτό και μετά το απλώνουν σε ταμπλό, για να φτιάξουν φύλλα χαρτιού.

διανομή εφημερίδων

noun (job delivering newspapers)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
A lot of teenagers do paper rounds to earn some extra pocket money.

καταστροφέας εγγράφων

noun (machine that shreds documents)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

ψευτόμαγκας

noun (figurative ([sth] falsely threatening) (για άνθρωπο)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

χαρτί κουζίνας

noun (absorbent kitchen tissue)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I cleaned the table with a paper towel.

χαρτομάντηλο

noun (disposable sheet of tissue)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There were paper towels next to the washbasins to dry your hands on.

έγγραφα

noun (informal (systematic documentation) (για πιστοποίηση)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

συρτάρι για έγγραφα, συρτάρι αρχειοθέτησης

noun (free-standing document drawer) (συνήθως πάνω σε γραφείο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τροφοδότης χαρτιού

noun (printer: paper drawer) (σε εκτυπωτή)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The paper tray was empty so I opened up a package of new paper and put in about 50 sheets.

πολύ λεπτός

adjective (figurative (extremely thin)

λαδόκολλα

(baking paper)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

χαρτί φωτογραφίας

noun (paper for printing photos)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

φύλλο χαρτιού, φύλλο χαρτί

noun (paper: sheet) (κατά λέξη)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I'm writing a poem with a black pen on this red piece of paper.

κομμάτι χαρτιού, κομμάτι χαρτί

noun (paper: scrap) (κατά λέξη)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

λευκό χαρτί

noun (paper without lines)

δήλωση, αναφορά

noun (study or report on policy)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
According to this position paper, the US economy will collapse unless the government steps in.

διατυπώνω κτ γραπτώς

verbal expression (informal (make official)

Now we've all agreed on the terms, let's put them on paper.

ξεκινώ να γράφω, αρχίζω να γράφω

verbal expression (start to write)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

χαρτί από ράκη

noun (paper made from cotton fibres)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

έρευνα

noun (written study)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ρυζόχαρτο

noun (thin edible paper)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ρυζόχαρτο

noun (thin paper made from rice-paper plant)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πέτρα, ψαλίδι, χαρτί

noun (game) (παιχνίδι)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

χαρτάκι

(cigarette paper) (τσιγάρου)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σχολική εφημερίδα

noun (publication produced by school pupils)

παλιόχαρτο

noun (rough paper for scribbling on)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I save paper printed on one side to use as scrap paper.

πρόχειρο χαρτί

noun (US (rough paper for notes, etc.)

Just use scratch paper to quickly write down your ideas. You can use those nearly blank pages that have run through the printer as scratch paper.

φύλλο χαρτί

noun (paper: single leaf)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She found a sheet of paper and wrote a note. It will only require one sheet of paper to take this test. Pencils ready?
Βρήκε ένα φύλλο χαρτί και έγραψε ένα σημείωμα. Χρειάζεται μόνο ένα φύλλο χαρτί για να κάνετε το τεστ. Έχετε έτοιμα τα μολύβια;

αλουμινόχαρτο

noun (tinfoil)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κομμάτι χαρτί

noun (paper: small piece)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

πισσόχαρτο, ασφαλτόπανο

noun (waterproof roofing material)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

εργασία

noun (graded essay)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My term paper for history class is due on Monday.

αντίγραφο διαγωνίσματος

noun (copy of an exam)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Some unscrupulous students got hold of the test papers before the exam and sold them.

μεταξόχαρτο

noun (thin wrapping paper)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χαρτί υγείας

noun (tissue used in toilet)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Please add toilet paper to the shopping list - we're almost out.
Σε παρακαλώ πρόσθεσε χαρτί υγείας στην λίστα με τα ψώνια, κοντεύουμε να ξεμείνουμε.

φιτίλι

noun (UK (paper for igniting fireworks)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

καταλύτης

noun (UK, figurative (person, incident: sets off events) (μτφ: άτομο, γεγονός)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

χαρτί ιχνογραφίας

noun (transparent paper)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The children put tracing paper over the pictures to copy them.

επαγγελματικό έντυπο

noun (specialist newspaper)

χαρτί γραφομηχανής

noun (paper for typing on)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We're out of typing paper, please add it to the shopping list.

άχρηστο χαρτί

noun (paper discarded as useless) (συχνά πληθυντικός)

κάλαθος αχρήστων, σκουπιδοντενεκές

noun (indoor receptacle for trash)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
She threw the unneeded files into the wastepaper basket.

κάλαθος αχρήστων, σκουπιδοντενεκές

noun (UK (indoor receptacle for rubbish)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

κηρόχαρτο

noun (waterproof paper used in cookery)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κερωμένο χαρτί

(translucent wrapping paper)

εβδομαδιαία εφημερίδα

noun (published once per week)

Λευκή Βίβλος

noun (official document) (μεταφορικά)

White papers are issued by governments, companies, or other important organizations.

κοινό χαρτί

noun (paper with a mesh texture)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χαρτί περυτιλίγματος

noun (decorative gift wrap)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Most card shops sell a variety of wrapping papers, ribbons and bows.

χαρτί, χαρτί αλληλογραφίας

noun (smooth paper in sheets)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It's still a pleasure to receive a letter written by hand on fine writing paper.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του paper στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του paper

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.