Τι σημαίνει το shop στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης shop στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του shop στο Αγγλικά.

Η λέξη shop στο Αγγλικά σημαίνει κατάστημα, εργαστήριο, ψωνίζω, ψώνια, μάθημα στο οποίο διδάσκονται βασικές γνώσεις ξυλουργικής, μεταλλουργίας, μαστορεμάτων κ.λπ., ψωνίζω, αγοράζω, ρετουσάρω. φωτοσοπάρω, καρφώνω, δίνω, κάνω έρευνα αγοράς, συγκρίνω τιμές, προσπαθώ να πουλήσω, προσπαθώ να λανσάρω, ψάχνω να αγοράσω κτ, φούρνος, κουρείο, κουαρτέτο αντρών που τραγουδούν ακαπέλα, ινστιτούτο αισθητικής, κέντρο αισθητικής, ινστιτούτο αισθητικής, κέντρο αισθητικής, πρακτορείο στοιχημάτων, ποδηλατάδικο, συνεργείο, κατάστημα ειδών γάμου, χασάπικο, κρεοπωλείο, κρεοπωλείο, μαγαζί με ζαχαρωτά, κατάστημα μεταχειρισμένων ειδών, φαστφουντάδικο, σοκολατερί, μάντρα όπου αποσυναρμολογούνται κλεμμένα οχήματα, κατάστημα συνδικάτου, μαγαζί με ρούχα, κατάστημα ρούχων, καφετέρια, καφετέρια στην Ολλανδία όπου επιτρέπεται η αγορά και χρήση κάνναβης, καφενείο, ψιλικατζίδικο, κατάστημα που πουλά πολύ φτηνά πράγματα, συνήθως στην τιμή του ενός δολαρίου ή της μίας λίρας, κατάστημα αφορολόγητων, κατάστημα αγροτικών προϊόντων, ιχθυοπωλείο, ανθοπώλειο, κατάστημα με είδη δώρων, κατάστημα στο κέντρο, ενεχυροδανειστήριο, παλιατζίδικο, σαν ταύρος σε υαλοπωλείο, μηχανουργείο, μηχανουργείο, πολυκατάστημα, επιχείρηση που προσφέρει διάφορες υπηρεσίες, ηλεκτρονικό κατάστημα, ζαχαροπλαστείο, ενεχυροδανειστήριο, αρωματοπωλείο, καταστήματα κατοικίδιων, τυπογραφείο, δισκοπωλείο, συνεργείο, πωλητής, πωλήτρια, σαντουιτσάδικο, ανοίγω επιχείρηση, κατάστημα επιδιόρθωσης παουτσιών, κατάστημα παπουτσιών, εγκαταστάσεις παραγωγής, προσωπικό των εγκαταστάσεων παραγωγής, ταμπέλα, πινακίδα, αντιπρόσωπος εμπορικού σωματίου, βιτρίνα, επίπλωση και εξοπλισμός καταστήματος, βιτρίνα, εξειδικευμένο κατάστημα, αγοραστός, εργοστάσιο με πολύ χαμηλούς μισθούς, συζητάω για τη δουλειά, μιλάω για τη δουλειά, χώρος συζητήσεων, κατάστημα ομάδας, μαγαζί ομάδας, τεϊοποτείο, τεϊοπωλείο, κατάστημα μεταχειρισμένων ειδών, καπνοπώλης, μαγαζί με παιχνίδια, κατάστημα παιχνιδιών, ψιλικατζίδικο, κατάστημα το προσωπικό του οποίου ανήκει σε συγκεκριμένο σωματείο, κατάστημα με βιντεοταινίες, βίντεο-κλαμπ, κατάστημα ειδών γάμου, χαζεύω τις βιτρίνες, κοιτάζω τις βιτρίνες, κάβα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης shop

κατάστημα

noun (mainly UK (store: retail outlet)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The shop specialised in hiking equipment.
Το μαγαζί ειδικευόταν σε εξοπλισμό αναρρίχησης.

εργαστήριο

noun (US (workshop)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He keeps a shop in the basement with all his tools.
Έχει ένα εργαστήριο με όλα του τα εργαλεία στο υπόγειο.

ψωνίζω

intransitive verb (buy things)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
My wife can shop all day long.
Η γυναίκα μου είναι ικανή να κάνει ψώνια όλη τη μέρα.

ψώνια

noun (informal (act of shopping)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
There is nothing like a good shop to cheer oneself up.
Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο για να σου φτιάξει το κέφι από μια βόλτα στα μαγαζιά.

μάθημα στο οποίο διδάσκονται βασικές γνώσεις ξυλουργικής, μεταλλουργίας, μαστορεμάτων κ.λπ.

noun (US (school: tools, wood)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
He made a wooden boat in shop class.

ψωνίζω, αγοράζω

transitive verb (US, informal (buy things from)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We shop traditional Indian for our vegetables.

ρετουσάρω. φωτοσοπάρω

transitive verb (informal (digitally alter: a photo) (ζαργκόν: φωτογραφία)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The photo that appeared in the paper had been shopped.

καρφώνω, δίνω

transitive verb (UK, slang (inform on) (αργκό, μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The thief was caught when his girlfriend shopped him to the police.

κάνω έρευνα αγοράς, συγκρίνω τιμές

phrasal verb, intransitive (informal (compare prices) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It's a good idea to shop around before you buy a new car.

προσπαθώ να πουλήσω, προσπαθώ να λανσάρω

phrasal verb, transitive, separable (US, informal (attempt to sell)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She's in New York, shopping her new novel around.

ψάχνω να αγοράσω κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (look to purchase [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
His old car broke down, so he is shopping for a new one.

φούρνος

noun (store that sells bread, cakes) (ψωμί: φτιάχνει και πουλά)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The bakery on Main Street sells delicious rye bread.
Ο φούρνος στην Οδό Μέιν πουλά νόστιμο ψωμί σικάλεως.

κουρείο

noun (men's hairdressing salon)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A spinning red, white, and blue pole denotes a barbershop.

κουαρτέτο αντρών που τραγουδούν ακαπέλα

noun (singing group: four men's voices)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Martin sings bass in a barbershop quartet.

ινστιτούτο αισθητικής, κέντρο αισθητικής

noun (shop: cosmetic treatments)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I went to the beauty parlor to get a perm.

ινστιτούτο αισθητικής, κέντρο αισθητικής

noun (shop offering cosmetic treatments)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
She goes to the beauty salon nearly every week for a facial and a manicure. My aunt went to the beauty salon to have her hair and nails done.
Σχεδόν κάθε εβδομάδα, πηγαίνει στο ινστιτούτο αισθητικής για καθαρισμό προσώπου και μανικιούρ.

πρακτορείο στοιχημάτων

noun (UK (bookmaker's)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I'm always down at the betting shop; no wonder I've never got any money!
Είμαι συνέχεια στο πρακτορείο στοιχημάτων. Δεν είναι ν' απορείς που ποτέ δεν έχω χρήματα!

ποδηλατάδικο

noun (business: mends cycles)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

συνεργείο

noun (garage: repairs vehicles)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Joe's body shop is known for reasonable prices.

κατάστημα ειδών γάμου

noun (shop selling wedding clothes)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Bridal shops are reporting the usual spring increase in business.
Τα καταστήματα ειδών γάμου αναφέρουν τη συνηθισμένη ανοιξιάτικη αύξηση της εμπορικής κίνησης.

χασάπικο, κρεοπωλείο

noun (meat shop, department)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The butcher is open until 5:00, but the rest of the store closes at 8:00.
Το κρεοπωλείο είναι ανοιχτό μέχρι τις 5, αλλά το υπόλοιπο κατάστημα κλείνει στις 8.

κρεοπωλείο

(meat shop)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μαγαζί με ζαχαρωτά

noun (confectioner's shop)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I am going to the candy store to buy some chocolate.

κατάστημα μεταχειρισμένων ειδών

noun (UK (shop selling used goods for charity)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φαστφουντάδικο

noun (UK (take-away restaurant: sells fries)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σοκολατερί

noun (sells chocolate products)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

μάντρα όπου αποσυναρμολογούνται κλεμμένα οχήματα

noun (US, informal (dismantles stolen cars)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κατάστημα συνδικάτου

noun (figurative (business: union shop)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

μαγαζί με ρούχα, κατάστημα ρούχων

noun (shop: sells clothes)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The new mall has a clothing store that carries all of the styles that I like.
Το νέο εμπορικό κέντρο έχει ένα μαγαζί ρούχων με όλα τα στιλ που μου αρέσουν.

καφετέρια

noun (café where coffee is served)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We arranged to meet in a coffee shop.
Κανονίσαμε να συναντηθούμε σε μια καφετέρια.

καφετέρια στην Ολλανδία όπου επιτρέπεται η αγορά και χρήση κάνναβης

noun (café where cannabis is served)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
In most of the coffee shops in Amsterdam, you can order a coffee or beer and a selection of cannabis from a dozen different countries.
Στις περισσότερες καφετέριες του Άμστερνταμ, όπου επιτρέπεται η αγορά και χρήση κάνναβης, μπορεί κανείς να παραγγείλει, μαζί με τον καφέ ή τη μπίρα του, και διάφορα είδη κάνναβης, τα οποία προέρχονται από δεκάδες διαφορετικές χώρες.

καφενείο

noun (establishment where coffee is served)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The Golden Horn was a 60's coffeehouse where you could find coffee, folk songs and poetry but no alcohol .

ψιλικατζίδικο

noun (UK (small local store)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I went to the corner shop to buy some milk.

κατάστημα που πουλά πολύ φτηνά πράγματα, συνήθως στην τιμή του ενός δολαρίου ή της μίας λίρας

noun (shop selling cheap items)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
These sunglasses were only a buck at the dollar store. Jane's present looked as if it had been bought in a pound shop.

κατάστημα αφορολόγητων

noun (UK (airport: untaxed goods store)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
You must show your boarding pass at the checkout counter of the duty-free shop.

κατάστημα αγροτικών προϊόντων

noun (UK (store selling local produce)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ιχθυοπωλείο

noun (store that sells fish to eat)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ανθοπώλειο

noun (store that sells flowers and plants)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κατάστημα με είδη δώρων

noun (store selling gifts)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
If you need a little something for your brother's birthday, there's a gift shop on the corner.

κατάστημα στο κέντρο

noun (UK (store on the main street of a town)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ενεχυροδανειστήριο

noun (US (store where items are pawned)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

παλιατζίδικο

noun (second-hand store)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σαν ταύρος σε υαλοπωλείο

adverb (colloquial (recklessly, clumsily)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μηχανουργείο

noun (workshop, repair shop)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μηχανουργείο

noun (shop where metal is shaped by machine)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The machine-shop made a new axle for the cart.

πολυκατάστημα

noun (store with variety of products)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There are many large stores in the US that are one-stop shops: they have groceries, furniture, healthcare items, clothing, and other items.

επιχείρηση που προσφέρει διάφορες υπηρεσίες

noun (business providing various services)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ηλεκτρονικό κατάστημα

noun (internet shop)

ζαχαροπλαστείο

noun (patisserie)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I bought a cake at the pastry shop.

ενεχυροδανειστήριο

noun (loans on personal property)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The murder weapon was purchased at a local pawn shop.

αρωματοπωλείο

noun (UK (store that sells fragrances)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

καταστήματα κατοικίδιων

noun (US (shop selling animals, feed, etc.)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The pet store sells a wide range of tropical fish.

τυπογραφείο

noun (printing company)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Gary arranged for the print shop to print several hundred copies of the document.

δισκοπωλείο

noun (store selling recorded music)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

συνεργείο

noun (garage, body shop: for vehicles)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πωλητής, πωλήτρια

noun (store attendant)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
If you need help locating something in the store, just ask a sales clerk.

σαντουιτσάδικο

noun (shop selling sandwiches) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ανοίγω επιχείρηση

verbal expression (open a business)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Linda's set up shop doing sewing repairs and dressmaking.

κατάστημα επιδιόρθωσης παουτσιών

noun (place where footwear is mended)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κατάστημα παπουτσιών

noun (shop that sells footwear)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εγκαταστάσεις παραγωγής

noun (factory: production area)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

προσωπικό των εγκαταστάσεων παραγωγής

noun (staff in production area)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ταμπέλα, πινακίδα

noun (panel or lettering outside a store) (καταστήματος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αντιπρόσωπος εμπορικού σωματίου

noun (commerce: union rep)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The shop stewards have called a union meeting for tomorrow.

βιτρίνα

noun (storefront display) (καταστήματος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

επίπλωση και εξοπλισμός καταστήματος

plural noun (furnishings, supplies for a store)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

βιτρίνα

noun (façade or window of a store) (καταστήματος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εξειδικευμένο κατάστημα

noun (specialized goods)

They only sell golf shoes in that specialty store.
Αυτό το εξειδικευμένο κατάστημα πουλάει μόνο παπούτσια του γκολφ.

αγοραστός

adjective (purchased ready-made)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Shop-bought bread lasts longer than home-made.

εργοστάσιο με πολύ χαμηλούς μισθούς

noun (informal, figurative, pejorative (factory that exploits workers)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A lot of immigrants work in sweatshops, sewing garments.

συζητάω για τη δουλειά, μιλάω για τη δουλειά

verbal expression (figurative (discuss work)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
My co-worker and I talked shop for a while after dinner.

χώρος συζητήσεων

noun (discussion forum)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

κατάστημα ομάδας, μαγαζί ομάδας

noun (store selling a sports team's merchandise)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τεϊοποτείο

noun (café serving tea)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He used to sit in the tea shop and read the papers.

τεϊοπωλείο

noun (store that sells tea)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
You can find all sorts of different teas in the tea shop on La Salle Street.

κατάστημα μεταχειρισμένων ειδών

noun (sells second-hand items)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I bought these vintage shirts at a thrift store. // Charity shops are a great place to find second-hand books.

καπνοπώλης

noun (tobacco seller)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Run down to the tobacconist and buy some cigarettes for me, please.

μαγαζί με παιχνίδια, κατάστημα παιχνιδιών

noun (store selling children's playthings)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
In the weeks before Christmas, toy shops are packed.

ψιλικατζίδικο

noun (UK (shop selling sweets and snacks)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κατάστημα το προσωπικό του οποίου ανήκει σε συγκεκριμένο σωματείο

noun (employees must join union)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κατάστημα με βιντεοταινίες

noun (dated, US (shop selling videocassettes)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

βίντεο-κλαμπ

noun (dated, US (place for renting videocassettes)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I'm going to the video store to get a movie for tonight.

κατάστημα ειδών γάμου

noun (store selling bridal wear)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χαζεύω τις βιτρίνες, κοιτάζω τις βιτρίνες

noun (browse goods without buying)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κάβα

noun (US (store that sells wine)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She went to the wine shop for a bottle of Pinot Noir to have with dinner.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του shop στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του shop

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.