Τι σημαίνει το come to στο Αγγλικά;
Ποια είναι η σημασία της λέξης come to στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του come to στο Αγγλικά.
Η λέξη come to στο Αγγλικά σημαίνει συνέρχομαι, φτάνω, φτάνω σε κτ, καταλήγω σε κτ, όσον αφορά κτ, κατά βάθος, στην ουσία, ανέρχομαι σε,φτάνω μέχρι, αναποκρίνομαι σε, τσακώνομαι, έχω άδοξο τέλος, συμπεραίνω, καταλήγω, ολοκληρώνομαι, τελειώνω, αποφασίζω,λαμβάνω απόφαση, σταματώ, ακινητοποιούμαι, εξελίσσομαι σε κρίση, φτάνω στο σημείο να, σταματώ, ακινητοποιούμαι, σταματάω, σταματώ, συμφωνώ, συμφωνώ, συμφωνώ, καταλήγω σε συμφωνία, φτάνω στο τέλος,καταλήγω, διευθετούμαι,ολοκληρώνομαι, γίνομαι, συμβαίνω, έρχομαι στα χέρια, πιάνομαι στα χέρια, πραγματοποιούμαι, καταλαβαίνω, κατανοώ, τα καταφέρνω με κτ, αποδέχομαι, μαθαίνω,γνωρίζω, ξυπνάω,ζωντανεύω, αναπαριστώμαι/μεταφέρομαι πιστά, έρχομαι στο φως,αποκαλύπτομαι, έρχομαι στο μυαλό/στη μνήμη, αποτυγχάνω, συμβαίνω, προστρέχω σε βοήθεια, συμβιβάζομαι, αποδέχομαι, αποδέχομαι, στην πραγματικότητα, προστρέχω σε βοήθεια, τρέχω να βοηθήσω κπ, υποπίπτει στην αντίληψη, φτάνω σε σημείο βρασμού, υποστηρίζω, υποστηρίζω, έρχομαι στο προσκήνιο, παίρνω την κατάσταση στα χέρια μου, έρχομαι στο προσκήνιο/στην επιφάνεια, προχωρώ,πηγαίνω μπροστά, σώζω την κατάσταση. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.
Σημασία της λέξης come to
συνέρχομαιphrasal verb, intransitive (informal (regain consciousness) (καθομιλουμένη) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) When he came to, he was in hospital. Όταν συνήλθε, βρισκόταν στο νοσοκομείο. |
φτάνω(reach) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) I lost contact with my brother years ago, and the news of his death came to me in a letter from his solicitor. Έχασα επαφή με τον αδερφό μου πριν από χρόνια και η είδηση του θανάτου του έφτασε με μια επιστολή από τον δικηγόρο του. |
φτάνω σε κτ, καταλήγω σε κτ(figurative (deteriorate) Has our relationship really come to this: shouting at one another in the street? Πραγματικά, έτσι κατάντησε η σχέση μας; Να φωνάζουμε ο ένας στον άλλον στον δρόμο; |
όσον αφορά κτ(be about, relate to) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) When it comes to the work of Charles Dickens, she is one of the world's leading experts. Όσον αφορά το έργο του Τσαρλς Ντίκενς, είναι μία από τις κορυφαίες ειδικούς στον κόσμο. |
κατά βάθος, στην ουσία(be essentially) (φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.) What this strike comes down to is a failure to communicate with your staff. Αυτή η απεργία είναι, κατά βάθος, ένα πρόβλημα επικοινωνίας με το προσωπικό. |
ανέρχομαι σε,φτάνω μέχρι(reach as high as) (κυριολεκτικά) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) Don't worry if you can't swim; the water will only come up to your knees. Μην ανησυχείς αν δεν ξέρεις να κολυμπάς. Το νερό θα φτάσει μέχρι τα γόνατά σου μονάχα. |
αναποκρίνομαι σε(figurative (meet: standards, expectations) (μεταφορικά) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) No matter what he did, he wasn't able to come up to his father's expectations. 'Ο,τι και να έκανε, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του πατέρα του. |
τσακώνομαιverbal expression (argue) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) |
έχω άδοξο τέλοςverbal expression (end unpleasantly) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) Their marriage came to a bitter end after he had a series of affairs. |
συμπεραίνω, καταλήγωverbal expression (person: deduce) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) The police came to the conclusion that at least three men were involved in the robbery. |
ολοκληρώνομαι, τελειώνωverbal expression (end) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) The story comes to a conclusion when the hero rescues the children. |
αποφασίζω,λαμβάνω απόφασηverbal expression (decide) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) After months of thinking, I've come to a decision on which college to attend. |
σταματώ, ακινητοποιούμαιverbal expression (stop suddenly) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) It's time that this frivolous nonsense comes to a halt. |
εξελίσσομαι σε κρίσηverbal expression (become a crisis) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
φτάνω στο σημείο ναverbal expression (informal (reach a situation) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) I have come to a point in my life where I do not like to party every night. |
σταματώ, ακινητοποιούμαιverbal expression (vehicle, process: stop) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) We made an emergency landing, and as soon as the aircraft came to a standstill we evacuated through the emergency doors. |
σταματάω, σταματώverbal expression (halt) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) Please wait for the bus to come to a stop before you get off. |
συμφωνώverbal expression (decide mutually) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) The two men came to an agreement over the price of the secondhand car. |
συμφωνώverbal expression (resolve a dispute) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) It was a long hard battle but we finally came to an agreement with each other. Ήταν μια μακριά και δύσκολη μάχη, αλλά τελικά ήρθαμε σε συμφωνία μεταξύ μας. |
συμφωνώverbal expression (agree to terms) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) I came to an agreement with my ex-wife that I would watch the kids on the weekends. Ήρθα σε συμφωνία με την πρώην σύζυγό μου. Θα παίρνω τα παιδιά τα Σαββατοκύριακα. |
καταλήγω σε συμφωνίαverbal expression (compromise, agree on [sth]) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
φτάνω στο τέλος,καταλήγωverbal expression (conclude) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) All good things must come to an end. |
διευθετούμαι,ολοκληρώνομαιverbal expression (be resolved) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) With some therapy your internal conflict could finally come to an end. |
γίνομαιverbal expression (come into existence) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) |
συμβαίνωverbal expression (arise, happen) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) |
έρχομαι στα χέρια, πιάνομαι στα χέριαverbal expression (fight) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) Before the evening was over her fiancé and her ex-lover had come to blows. Πριν τελειώσει η βραδιά, ο αρραβωνιαστικός της και ο πρώην της πιάστηκαν στα χέρια. |
πραγματοποιούμαιverbal expression (be attained, succeed) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) I'm afraid our plans will never come to fruition. |
καταλαβαίνω, κατανοώverbal expression (informal, figurative (understand) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) One must read a work of philosophy several times in order to come to grips with it. Τα φιλοσοφικά έργα πρέπει να τα διαβάσει κανείς πολλές φορές για να τα καταλάβει. |
τα καταφέρνω με κτverbal expression (informal, figurative (master) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) When I had finally come to grips with algebra, I began to learn calculus. |
αποδέχομαιverbal expression (informal, figurative (deal with, accept) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) It was difficult to come to grips with my parents' tragic deaths. |
μαθαίνω,γνωρίζωverbal expression (grow familiar) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) You're not the woman I've come to know. You've changed. Δεν είσαι η γυναίκα που έμαθα (or: γνώρισα). Έχεις αλλάξει. |
ξυπνάω,ζωντανεύωverbal expression (figurative (liven up) (μεταφορικά) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) It's surprising how much I come to life after a short nap. |
αναπαριστώμαι/μεταφέρομαι πιστάverbal expression (figurative (art, theatre: be convincing) (μεταφορικά:τέχνες/θέατρο) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) His stories seem to come to life as he tells them with such passion. |
έρχομαι στο φως,αποκαλύπτομαιverbal expression (figurative (be revealed) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) Every day more information about the scandal comes to light. Κάθε μέρα όλο και περισσότερες πληροφορίες για το σκάνδαλο έρχονται στο φως. |
έρχομαι στο μυαλό/στη μνήμηverbal expression (be recalled) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) He tried to solve the problem by brainstorming, jotting down the first thing that came to mind. |
αποτυγχάνωverbal expression (plan, idea: fail) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) He felt that all his efforts had come to nothing. Ένιωθε πως όλες οι προσπάθειές του ναυάγησαν. |
συμβαίνωverbal expression (literary (happen, occur) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) |
προστρέχω σε βοήθειαverbal expression (offer to help) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) She was quick to come to my assistance when I needed some help. |
συμβιβάζομαι, αποδέχομαιverbal expression (reach agreement) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) The lawyers should negotiate with each other until they come to terms on the matter. Οι δικηγόροι οφείλουν να διαπραγματεύονται μεταξύ τους, έως ότου συμβιβαστούν επί του ζητήματος. |
αποδέχομαιverbal expression (figurative (accept) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) It took Rich years to come to terms with the death of his father. |
στην πραγματικότηταexpression (UK, informal (in fact, what is more) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) |
προστρέχω σε βοήθειαverbal expression (offer to help) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) The paramedics will come to the aid of anyone who is injured. The Red Cross came to the aid of thousands of injured and homeless after the earthquake. Οι τραυματιοφορείς θα προστρέξουν σε βοήθεια οποιουδήποτε τραυματισμένου. Ο Ερυθρός Σταυρός προσέτρεξε στη βοήθεια χιλιάδων τραυματισμένων και αστέγων μετά τον σεισμό. |
τρέχω να βοηθήσω κπverbal expression (offer to help) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
υποπίπτει στην αντίληψηverbal expression (be noticed) (επίσημο) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) It has come to the attention of management that many employees are using the computers to play games. Η διεύθυνση έχει παρατηρήσει ότι πολλοί εργαζόμενοι χρησιμοποιούν τους υπολογιστές για να παίζουν παιχνίδια. |
φτάνω σε σημείο βρασμούverbal expression (liquid in pan) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) |
υποστηρίζωverbal expression (defend, support) (κάποιον/κάτι) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) |
υποστηρίζωverbal expression (defend, support) (κάποιον/κάτι) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) |
έρχομαι στο προσκήνιοverbal expression (figurative (become prominent) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) As they argued, their real differences came to the fore. |
παίρνω την κατάσταση στα χέρια μουverbal expression (figurative (take action) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) In times of danger, leaders must come to the fore to deal with the crisis. |
έρχομαι στο προσκήνιο/στην επιφάνειαverbal expression (figurative (become prominent) (μεταφορικά) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) |
προχωρώ,πηγαίνω μπροστάverbal expression (move forward) (κυριολεκτικά) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) Please let women and children come to the front of the line. Just click on a tab to make another window come to the front. Σας παρακαλώ, αφήστε τις γυναίκες και τα παιδιά να πάνε μπροστά στη σειρά. Απλά κάνε κλικ σε μια καρτέλα για να κάνεις ένα άλλο παράθυρο να πάει μπροστά. |
σώζω την κατάστασηverbal expression (offer help in an emergency) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) The police will come to the rescue after a crime. |
Ας μάθουμε Αγγλικά
Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του come to στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.
Σχετικές λέξεις του come to
Συνώνυμα
Ενημερωμένες λέξεις του Αγγλικά
Γνωρίζετε για το Αγγλικά
Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.