Τι σημαίνει το money στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης money στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του money στο Αγγλικά.

Η λέξη money στο Αγγλικά σημαίνει χρήματα, νόμισμα, χρήματα, χρήμα, χρήμα, πολλά λεφτά, ματωμένα χρήματα, αποζημίωση που καταβάλλει ο δολοφόνος στην οικογένεια του θύματος, ματωμένα χρήματα, κοστίζω, πλαστό χρήμα, ποσό προς κατάθεση, βρόμικο χρήμα, εύκολο χρήμα, εκβιάζω για χρήματα, παραστατικό χρήμα, έναντι χρηματικού ποσού, κατά τη γνώμη μου, συνάλλαγμα, ξένο νόμισμα, πλαστό χρήμα, ξένο συνάλλαγμα, πιάνουν τόπο τα λεφτά σου, τακτική χρηματοδότηση, απευθείας χρηματοδότηση πολιτικής εκστρατείας, πολύτιμα μέταλλα, όπως χρυσός και ασήμι, ως εναλλακτική μορφή χρήματος, έχω λεφτά, είμαι πλούσιος, έχω λεφτά για πέταμα, χάνω πολλά χρήματα, αποθησαυρίζω, αποταμιεύω, αντίτιμο/λύτρα σιωπής, φραγκάτος, κονομημένος, ματσωμένος, ένα κάρο λεφτά, μου τρέχουν λεφτά από τα μπατζάκια, βγάζω χρήματα, κερδίζω χρήματα, βγάζω τα προς το ζην, κερδίζω τα προς το ζην, κατάχρηση χρημάτων, εντολή πληρωμής, πορτοφόλι μέσης, αργυραμοιβός, κλιπ χαρτονομισμάτων, Τα λεφτά δεν τα βρίσκουμε στον δρόμο., ξέπλυμα χρήματος, διαχείριση χρημάτων, διαχείριση οικονομικών, χρηματαγορά, οικονομικά θέματα, οικονομικά ζητήματα, έμβασμα, που τρώει τα λεφτά, κυκλοφορούν χρήμα, λεφτά για πέταμα, χρυσωρυχείο, κουμπαράς, φιλάργυρος, άπληστος, εταιρία δανεισμού, αποκόμιση κερδών, επικερδής, κερδοφόρος, για τίποτα στον κόσμο, πλούσια οικογένεια, διάνα, άφραγκος, χαρτονόμισμα, χρυσοπληρώνω, έξτρα χρήματα, πλαστικό χρήμα, χαρτζιλίκι, χαρτζιλίκι, χρηματικό έπαθλο, δίνω, παρέχω, προσφέρω, καταθέτω χρήματα, βάζω χρήματα σε λογαριασμό, συνεισφέρω, εισφέρω, προσφέρω, κάνω οικονομική προσφορά, Απόδειξέ το!, συγκεντρώνω χρήματα, μαζεύω χρήματα, λύτρα, διαθέσιμο ρευστό, ενοίκιο, νοίκι, κολυμπάω στο χρήμα, κάνω οικονομία, κεφάλαιο εκκίνησης, έξυπνο χρήμα, ξοδεύω χρήματα, ξοδεύω χρήματα, χρήματα για να κινούμαι, χρήματα που μπορώ να ξοδέψω, χρηματικό ποσό, φόρος, ο χρόνος είναι χρήμα, διαχειρίζομαι τα οικονομικά μου, χρησιμοποιώ χρήματα, που αξίζει τα λεφτά του, σπατάλη χρημάτων, έμβασμα, αξίζει τα λεφτά του. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης money

χρήματα

noun (uncountable (currency)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
I don't have much money--just three dollars. I need to go to the bank.
Δεν έχω πολλά λεφτά, μόνο τρία δολάρια. Πρέπει να πάω στην τράπεζα.

νόμισμα

noun (medium of exchange)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Many European countries have the same money now: the Euro.
Πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν πλέον το ίδιο νόμισμα: το Ευρώ.

χρήματα

noun (uncountable (a sum or amount)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
How much money is it? Three hundred dollars!
Πόσα χρήματα (or: λεφτά) κοστίζει; Τριακόσια δολάρια!

χρήμα

noun (informal, uncountable (profits) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The money is in selling computer services, not software.
Το χρήμα βρίσκεται στην παροχή υπηρεσιών και όχι στο λογισμικό.

χρήμα

noun (figurative, uncountable (those with money) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The English aristocracy consists mainly of old money.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το χρήμα πάει στο χρήμα.

πολλά λεφτά

noun (figurative, informal (finance: large sums)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
There's big money in real estate.

ματωμένα χρήματα

noun (payment to a hired killer) (μεταφορικά)

The assassin never told his wife that the money he gave her was blood money; he lied about it.

αποζημίωση που καταβάλλει ο δολοφόνος στην οικογένεια του θύματος

noun (payment to murder victim's kin)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ματωμένα χρήματα

noun (figurative (earned by sacrificing others) (μεταφορικά)

Judas received blood money when he betrayed Jesus. She considered money earned at the cost of so many people's lives 'blood money' and refused to accept it.

κοστίζω

verbal expression (be expensive)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
If you want the product delivered tomorrow, it'll cost money.

πλαστό χρήμα

noun (fake money)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The cashier wouldn't accept the payment because it was made with counterfeit money.

ποσό προς κατάθεση

noun (banking)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

βρόμικο χρήμα

noun (figurative (money obtained by immoral means) (μεταφορικά)

The gangsters used various dummy businesses to launder their dirty money.
Οι εγκληματίες χρησιμοποίησαν διάφορες εικονικές επιχειρήσεις, για να ξεπλύνουν το βρόμικο χρήμα τους.

εύκολο χρήμα

noun (informal (earned with little effort)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The job offer which promised easy money turned out to be fake.

εκβιάζω για χρήματα

verbal expression (by blackmail, coercion)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παραστατικό χρήμα

noun (paper currency)

έναντι χρηματικού ποσού

adverb (in exchange for money)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I'm in this business for money, not because I like it.

κατά τη γνώμη μου

expression (figurative, informal (in my opinion)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

συνάλλαγμα, ξένο νόμισμα

noun (currency of another country)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I'm sorry, we don't accept foreign money in this shop.

πλαστό χρήμα

noun (informal (counterfeit currency)

ξένο συνάλλαγμα

noun (informal, humorous (foreign currency)

πιάνουν τόπο τα λεφτά σου

verbal expression (get good value) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When buying a computer, you need to do your research if you want to get your money's worth.

τακτική χρηματοδότηση

noun (repetitive funding)

απευθείας χρηματοδότηση πολιτικής εκστρατείας

noun (US (campaign money)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

πολύτιμα μέταλλα, όπως χρυσός και ασήμι, ως εναλλακτική μορφή χρήματος

noun (gold, silver, etc.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

έχω λεφτά

verbal expression (not be penniless)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It's wise to have money in the bank.

είμαι πλούσιος

verbal expression (be wealthy)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

έχω λεφτά για πέταμα

verbal expression (figurative (have more money than you need) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

χάνω πολλά χρήματα

verbal expression (US, figurative (lose money)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The company is just hemorrhaging money at this point; it's only a matter of time before it closes.

αποθησαυρίζω, αποταμιεύω

verbal expression (accumulate money)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Some people hoard money all their lives and die rich.

αντίτιμο/λύτρα σιωπής

noun (slang (money paid to keep a secret) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I had to give my sister hush money to stop her telling my mother where I'd been.

φραγκάτος, κονομημένος, ματσωμένος

adjective (slang (rich, prosperous) (αργκό)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He won the lottery last week so he's in the money now.

ένα κάρο λεφτά

noun (informal (large sum) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He won a load of money playing cards.

μου τρέχουν λεφτά από τα μπατζάκια

adjective (figurative, informal (rich) (καθομιλουμένη, μτφ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My daughter's Christmas list is four pages long; she must think we're made of money!

βγάζω χρήματα, κερδίζω χρήματα

verbal expression (make a profit)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
With each ticket we sell, we make money.
Με κάθε εισιτήριο που πουλάμε, κερδίζουμε λεφτά.

βγάζω τα προς το ζην, κερδίζω τα προς το ζην

verbal expression (earn a living)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She couldn't get a job in the theatre and was forced to make money doing TV commercials.
Δεν μπορούσε να βρει δουλειά στο θέατρο και για να βγάλει τα προς το ζην αναγκάστηκε να κάνει διαφημιστικά για την τηλεόραση.

κατάχρηση χρημάτων

noun (misappropriation of funds) (αθέμιτος τρόπος)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εντολή πληρωμής

noun (initialism (money order)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

πορτοφόλι μέσης

noun (pouch worn round the waist)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Whenever he travelled he wore a money belt hidden beneath his trousers.

αργυραμοιβός

noun (currency trader)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Money changers will greet you as soon as you cross the border.
Οι αργυραμοιβοί θα έλθουν σε επαφή μαζί σας, μόλις περάσετε τα σύνορα.

κλιπ χαρτονομισμάτων

noun (clip for keeping money folded, tidy)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

Τα λεφτά δεν τα βρίσκουμε στον δρόμο.

expression (Do not spend wastefully.)

No, you can't have a bicycle, money doesn't grow on trees!

ξέπλυμα χρήματος

noun (figurative (illegal finances) (καθομ, μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
That bank's notorious for its money laundering activities.

διαχείριση χρημάτων, διαχείριση οικονομικών

noun (skill or activity of budgeting)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χρηματαγορά

noun (global financial market)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Financial instruments with short-term maturities are traded on the money market.

οικονομικά θέματα, οικονομικά ζητήματα

plural noun (finances)

He lets his wife handle all the money matters, like paying the mortgage and the bills.

έμβασμα

noun (US (finance: check)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Please send your payment by check or money order. Many companies sell money orders, but only the postal service sells postal orders.

που τρώει τα λεφτά

noun (figurative, informal ([sth] continually costing money) (μτφ, καθομιλουμένη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He bought a cheap house which ended up being a money pit.

κυκλοφορούν χρήμα

(economics)

λεφτά για πέταμα

noun (figurative (more money than you need)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Expensive kitchen gadgets are fine for those with money to burn.

χρυσωρυχείο

noun (mainly UK, figurative ([sth] that earns money) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κουμπαράς

noun (UK (piggy bank: container for coins)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

φιλάργυρος

noun ([sb] greedy, mercenary)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

άπληστος

adjective (greedy, mercenary)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

εταιρία δανεισμού

noun (dated (loan company)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This year, the moneylender gave more loans than in previous years.

αποκόμιση κερδών

noun (business, earning)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Υπάρχουν τρόποι για να βγάλει κανείς λεφτά, αλλά χρειάζεται υπομονή και επιμονή.

επικερδής, κερδοφόρος

adjective (lucrative, profitable)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

για τίποτα στον κόσμο

adverb (impossible to obtain by any means)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You can't get a table in that restaurant for love or money.

πλούσια οικογένεια

noun (family that has inherited wealth)

The Farquhars are old money; the family have been wealthy since the time of Henry VIII.

διάνα

adjective (slang (correct, accurate) (προφορικό: πέφτω, πετυχαίνω, χτυπώ)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Her predictions are usually right on the money. Wow, you called that one, right on the money.
Συνήθως πέφτει διάνα στις προβλέψεις της. Πω πω, χτύπησες διάνα με τον χαρακτηρισμό σου!

άφραγκος

adjective (short of cash)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I can't go out this weekend because I'm out of money.

χαρτονόμισμα

noun (bank notes, bills)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
When travelling abroad, I always prefer to use a credit card instead of paper money.

χρυσοπληρώνω

verbal expression (informal (pay a considerable sum for [sth]) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I paid good money for this,but now I find it's a worthless piece of junk.
Ξεπαραδιάστηκα για να το αγοράσω, αλλά τώρα ανακάλυψα πως είναι άχρηστο.

έξτρα χρήματα

noun (small sum set aside)

πλαστικό χρήμα

noun (credit cards)

χαρτζιλίκι

noun (child's allowance)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
When I was a child I got ten cents a week in pocket money, which I usually spent on candy.
Όταν ήμουνα παιδί έπαιρνα κάθε εβδομάδα δέκα λεπτά χαρτζιλίκι, το οποίο συνήθως ξόδευα σε γλυκά.

χαρτζιλίκι

noun (small amount of spending money)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Laura had worked for what amounted to pocket money.
Η Λώρα από τη δουλειά της έβγαλε ένα χαρτζιλίκι.

χρηματικό έπαθλο

noun (money received as prize)

If I win the competition, I'll spend the prize money on a new car.

δίνω, παρέχω, προσφέρω

verbal expression (support financially) (χρήματα για κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My parents provided money for my studies abroad.

καταθέτω χρήματα, βάζω χρήματα σε λογαριασμό

verbal expression (deposit a sum: in a bank)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Make sure you put money in before the end of the month.

συνεισφέρω, εισφέρω, προσφέρω

verbal expression (make a financial contribution) (χρηματικό ποσό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I put some money in my friend's new business, but I've yet to see any return on my investment.

κάνω οικονομική προσφορά

verbal expression (informal (make a financial offer)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I was ready to put up the money, but the seller withdrew at the last minute.

Απόδειξέ το!

expression (prove [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You think you can run faster than Tim? Put your money where your mouth is!

συγκεντρώνω χρήματα, μαζεύω χρήματα

verbal expression (generate funds: for a cause)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We're raising money for the earthquake relief effort.

λύτρα

noun (payment demanded for hostage)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

διαθέσιμο ρευστό

noun (available money)

ενοίκιο, νοίκι

noun (sum paid by a tenant)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Our landlord put the rent money up this month. I did not get paid on time, so I have no idea where I'm going to get rent money this month.
Ο σπιτονοικοκύρης μας αύξησε το νοίκι αυτό το μήνα.

κολυμπάω στο χρήμα

adjective (figurative, informal (rich) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
After she won the lottery, she was rolling in money.

κάνω οικονομία

(economize, make savings) (δεν ξοδεύω)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Budgeting, among other methods, is an effective way to save money.

κεφάλαιο εκκίνησης

noun (to start a business)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Paul managed to obtain the seed money to set up a business.

έξυπνο χρήμα

noun (invested by experienced investors) (ζαργκόν, μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ξοδεύω χρήματα

(use money, buy things)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ξοδεύω χρήματα

verbal expression (use money to buy)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

χρήματα για να κινούμαι

noun (cash for everyday expenses) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ian always has to ask his father for spending money.

χρήματα που μπορώ να ξοδέψω

noun (cash to spend on luxuries)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
I saved up so I'd have spending money for a diamond ring.
Έκανα οικονομίες και τώρα έχω χρήματα να ξοδέψω για ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι.

χρηματικό ποσό

noun (amount of money)

Three trillion dollars is an enormous sum of money, even for the government.

φόρος

noun (money paid in taxes)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ο χρόνος είναι χρήμα

interjection (don't waste time)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Wake up, you guys! Time is money!

διαχειρίζομαι τα οικονομικά μου

verbal expression (manage one's finances)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Use money wisely.

χρησιμοποιώ χρήματα

verbal expression (acquire by paying for)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If you want to buy this, you'll need to use money; they don't accept credit cards.

που αξίζει τα λεφτά του

noun (good quality at cheap price)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The holiday was great value for money. The store brand items are a good value for the money.
Οι διακοπές άξιζαν τα λεφτά τους. Τα προϊόντα με την επωνυμία του καταστήματος αξίζουν τα λεφτά τους.

σπατάλη χρημάτων

noun (spending money uselessly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

έμβασμα

verbal expression (send a money order)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Many of the foreign workers wire money home to their families.

αξίζει τα λεφτά του

adjective (good enough to merit its cost)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Flying may be more expensive, but it's worth the money if you want to avoid traffic.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του money στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του money

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.